Τα σχολεία – φυλακές της χώρας μου

Της Νικολέττας Χριστοδούλου*

Ο αγαπητός Δρ. Περσιάνης με το άρθρο του «Σχολεία υπό πολιορκία», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 19 Οκτωβρίου 2020 στο paideia-news.com μου έδωσε μια όμορφη αφορμή για να θίξω κι εγώ το ζήτημα σχολεία-φυλακές. Πρόκειται για ένα θέμα για το οποίο άρχισα να προβληματίζομαι πολύ από τον Σεπτέμβριο 2019, που απήχθησαν οι δύο μαθητές από σχολείο της Λάρνακας, και ακολούθως αποφασίστηκε να τοποθετηθούν ψηλοί φράχτες-κάγκελα σε όλα τα σχολεία. Και πολλοί έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν σε όσα σχολεία δεν είχαν τοποθετηθεί φράχτες με το ξεκίνημα της σχολικής χρονιάς. Δεν θυμάμαι αν ο κύριος Περσιάνης μου έκανε μάθημα τότε όταν ήμουν φοιτήτρια στο Τμήμα Προδημοτικής Εκπαίδευσης κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, αλλά τον ευχαριστώ που είναι ακόμα από τα άτομα που βλέπουν, προβληματίζονται και εκφράζονται στην Κύπρο μας. Έχοντας ζήσει για μια δεκαετία, κατά την παιδική μου ηλικία, στη Σαουδική Αραβία και άλλη μια δεκαετία στην Αμερική, νιώθω την ανάγκη να γνωρίζω τις ρίζες μου, έχοντας ήδη γυρίσει τον κόσμο και αισθανόμενη πολίτης του κόσμου.

Θέλοντας να συνεισφέρω στην πατρίδα πάντα επέστρεφα, και ακόμη επιστρέφω, εδώ. Μια πατρίδα που, δυστυχώς, όπως την έχουμε καταντήσει, μας πληγώνει. Μια πατρίδα για την οποία παλιά αισθανόμουν περηφάνεια, γιατί θυμόμουν την ελευθερία, την παιδεία, την ανθρωπιά και το αίσθημα του ανήκειν που υπήρχε, κάτι που δεν ένιωθα αλλού. «Στη χώρα μου τα σχολεία μας είναι διαφορετικά, πιο ελεύθερα», έλεγα πάντα σε φίλους, συμφοιτητές, καθηγητές και συναδέλφους στο εξωτερικό.

Εύκολες και πρόχειρες λύσεις, όπως πάντα

Δεν είμαι σίγουρη τι ποσοστό του πληθυσμού της χώρας μας προβληματίζεται, βλέποντας τα σχολικά μας κτήρια, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι μεγάλο. Αλλιώς έχουμε σοβαρό πρόβλημα. Ήταν πέρσι, κάπου λιγότερο από ένα χρόνο, όταν κάποια στιγμή οδηγούσα σε περιοχή του Στροβόλου στη Λευκωσία και αντίκρισα ένα κτήριο που δεν θυμόμουν να υπήρχε προηγουμένως. Ήταν ένα κτήριο περιτριγυρισμένο από ψηλό φράκτη. «Φυλακή», διερωτήθηκα, «ή μήπως πρεσβεία;» «Μα εδώ προηγουμένως ήταν ένα σχολείο!» σκέφτηκα. Και ακριβώς τότε θυμήθηκα και πάλι την ιδέα «σχολείο-φυλακή», την οποία είχα βιώσει σε όλο το μεγαλείο της στην Αμερική. Πριν από αυτό είχα επισκεφτεί δημόσιο σχολείο στη Λεμεσό, για να κάνω μια επιμόρφωση σε συναδέλφους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Φρούριο το συγκεκριμένο γυμνάσιο. Και αργότερα επισκέφτηκα ιδιωτικό νηπιαγωγείο στη Λευκωσία, για να επιβλέψω φοιτήτριά μου στο πλαίσιο της πρακτικής της άσκησης. Και αυτό φρούριο. Πραγματικά δεν έβρισκα τον τρόπο να μπω μέσα. «Αυτό είναι καλό», θα πουν κάποιοι, αλλά ελπίζω ότι οι περισσότεροι θα πουν ότι «αυτό είναι όχι μόνο κακό, αλλά και άσχημο». Επειδή, αν δεν προβληματιζόμαστε γιατί σε μια τόσο μικρή χώρα υπάρχει τέτοια ανάγκη ή για το πώς φτάσαμε ως εδώ ή για το τι κάνουμε για να χτυπήσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του και απλώς αρκούμαστε σε γρήγορες, επιφανειακές λύσεις. Στην ουσία κλείνουμε τα μάτια μπροστά στα πολλά και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα που υπάρχουν στη χώρα μας, με τα οποία συνδέεται η ανάγκη της δημιουργίας «σχολείων-φυλακών» ή της περιφρούρησης των σχολείων. Τα σχολεία μας, αντί να είναι τόποι μιας νέας δημιουργίας και πνοής, αντί να είναι τόποι αλλαγής, μετατρέπονται σε συνεχιστές και τόπους αναπαραγωγής των προβλημάτων της κοινωνίας.

Ως χώρα και ως κοινωνία συνήθως αποτυγχάνουμε να ξεκινήσουμε συζητήσεις γι΄αυτά τα ζητήματα και να βρούμε τρόπους να τα αντιμετωπίσουμε από τη ρίζα τους. Αντί αυτού αναζητούμε επιφανειακές λύσεις και ανεπαρκείς θεραπείες. Γιατί να στραφούμε στην ιδέα της φυλακής ως λύσης; Επειδή είναι εύκολο; Τι γίνεται όμως με την επίλυση του ζητήματος από τη ρίζα του, αντί της λήψης μέτρων αποκατάστασης και της τιμωρίας των ανθρώπων εκ των υστέρων; Και σε αυτή την περίπτωση, στην Κύπρο, η τιμωρία επιβλήθηκε όχι μόνο στον απαγωγέα, αλλά και σε όλα τα παιδιά που τώρα είναι υποχρεωμένα να παρευρίσκονται σε αυτά τα σχολεία-φυλακές για 6-8 ώρες καθημερινά, χωρίς να έχουν εναλλακτική λύση ή χωρίς να γίνονται συζητήσεις για την αλλαγή αυτής της πραγματικότητας. Θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε πιο ελκυστικά σχολεία και σχολικά κτήρια, τόσο από αισθητικής όσο και από παιδαγωγικής άποψης; Αναρωτιόμαστε καθόλου τι κάνουμε σε αυτά τα παιδιά και ποιες είναι οι συνέπειες των τόσο εύκολων και επιπόλαιων αποφάσεων που δεν αμφισβητούνται ποτέ, και των γρήγορων, πρόχειρων λύσεων που τελικά αντί, να είναι βραχυπρόθεσμες, καθιερώνονται ως πανάκεια;

Η βιβλιογραφία – το παράδειγμα της Αμερικής

Η προσπάθεια να ταυτιστεί το σχολείο με την φυλακή δεν είναι νέα. Στην πραγματικότητα έχουν γίνει πολλές συζητήσεις σχετικά με αυτό. Συχνά, οι συζητήσεις έχουν σχέση με το ότι τα σχολικά κτήρια μοιάζουν με αυτά των φυλακών. Μερικές βασικές ομοιότητες που προκύπτουν από αυτήν τη σύγκριση είναι η αυταρχική δομή, ο αυστηρός ενδυματολογικός κώδικας, η έμφαση στη σιωπή και στην τάξη, η αρνητική ενίσχυση και οι ποινές, η απαγόρευση της περιφοράς στον χώρο, η απώλεια της ατομικής αυτονομίας, οι περιορισμένες ελευθερίες, η απαγόρευση συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων, οι καθορισμένοι χρόνοι για το περπάτημα, το φαγητό κλπ. Αυτή η σύγκριση μεταξύ φυλακών και σχολείων διατυπώθηκε από τον Γάλλο κοινωνιολόγο και φιλόσοφο Michel Foucault, το 1995, ο οποίος διερωτάται αν προκαλεί έκπληξη το ότι οι φυλακές μοιάζουν με εργοστάσια, σχολεία, στρατώνες, νοσοκομεία, που και αυτά με τη σειρά τους μοιάζουν με φυλακές. Ο Foucault μιλά για την ανάπτυξη της πειθαρχικής κοινωνίας, όπου οι άνθρωποι έχουν την τάση να είναι υπάκουοι φορείς που, ωστόσο, είναι ικανοί για αυτοπειθαρχία. Ο Foucault, το 1976 δεν είναι απαραιτήτως επικριτικός για αυτήν την εξέλιξη με την αρνητική έννοια, καθώς στον λόγο του εντοπίζουμε αναφορά στο δημιουργικό δυναμικό αυτού του είδους πειθαρχικής δράσης.

Πολλές φωνές επίσης αναφέρουν ότι τα σχολεία είναι σαν φυλακές και ότι τα δύο ιδρύματα αλλάζουν τη ζωή των ανθρώπων. Κάποιες φωνές μάλιστα πάνε παραπέρα, για να πουν ότι το σχολείο τούς προετοιμάζει για τη φυλακή. Αυτό είναι γνωστό ως “αγωγός από το σχολείο προς τη φυλακή” (school-to-prison pipeline). Πρόκειται για την ιδέα ότι με τις πολιτικές που υιοθετεί ένα σχολείο καταδικάζει τα παιδιά σε απειθαρχία και εγκληματική συμπεριφορά, αντί να προβαίνει σε άλλα διορθωτικά μέτρα της συμπεριφοράς. Άλλοι προχωρούν παραπέρα, για να πουν ότι οι ίδιοι άνθρωποι που σχεδιάζουν τις φυλακές σχεδιάζουν και τα σχολεία.

Άλλοι αναφέρουν ότι όλοι όσοι έχουν πάει σχολείο γνωρίζουν ότι το σχολείο είναι φυλακή, αλλά σχεδόν κανένας πέρα από τη σχολική ηλικία δεν το λέει δημόσια, γιατί δεν είναι ευγενικό ή πολιτικώς ορθό. Είναι μια φυλακή με την έννοια ότι οι νέοι υποχρεούνται να παρακολουθήσουν το σχολείο από το νόμο, δεν μπορούν να το εγκαταλείψουν εθελοντικά, τους λένε τι να κάνουν, πότε να το κάνουν και πρέπει να καταναλώσουν ένα τυποποιημένο πρόγραμμα σπουδών. Συχνά γίνεται λόγος για την φαινομενικά αυξημένη ασφάλεια στα σχολεία λόγω των συχνών μαζικών πυροβολισμών (βλ. Αμερική), ωστόσο αυτή η ασφάλεια τελικά δεν έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Αυτό για το οποίο κανένας δεν μιλά

Και μπορεί όλα τα πιο πάνω στην Αμερική να ακούγονται ακραία και μακρινά, όμως δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε ότι τα σχολεία μας στην Κύπρο είναι φυλακές, τόσο από την κακογουστιά που χαρακτηρίζει τα κτήρια, όσο και από το ανελαστικό πρόγραμμα που όλα τα παιδιά πρέπει να παρακολουθήσουν, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες των παιδιών και του τόπου όπου βρίσκεται το κάθε σχολείο, με ανιαρές μεθόδους διδασκαλίας, χωρίς χαρούμενες φωνές, ανεμελιά και παιχνίδι στα διαλείμματα. Τα σημάδια στα παιδιά παραμένουν, άλλοτε με επιφανειακές χαρακιές και άλλοτε με πολύ βαθύτερες. Ακόμα και αν τα δικά μας σχολεία είναι φυλακές ηπιότερης μορφής, δεν παύουν να παραμένουν φυλακές με τα σημάδια να είναι ανεξίτηλα και να εμφανίζονται βασανιστικά σε αυτά τα παιδιά που ακολούθως, θα είναι οι αυριανοί πολίτες της κοινωνίας.

Το ερώτημα είναι επίμονο:

1. Πώς οι αποφασίζοντες μπορούν να εξαναγκάζουν τα παιδιά (και τους εκπαιδευτικούς) σε 8 ώρες φυλακής; Και

2. Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές για τα παιδιά που δεν θέλουν να ακολουθήσουν αυτό το πρόγραμμα, που τους καταπατά τα δικαιώματα, και αντί αυτού θέλουν να βρίσκονται σε χώρους αισθητικά όμορφους και χώρους που τα ωθούν να θέλουν να είναι παιδιά και να μαθαίνουν;

Κλείνω λέγοντας ότι ακόμη και στις σύγχρονες φυλακές συχνά η προσπάθεια είναι να γίνουν οι συνθήκες πιο ανθρώπινες, αναλόγως του ποιος τις διοικεί κάθε φορά (βλ. κυπριακό ντοκιμαντέρ με τίτλο «24 ώρες» και σειρά Netflix ”Orange is the New Black” (τελευταία σεζόν). Στα σχολεία μας το μόνο που μας νοιάζει είναι αν οι καρέκλες είναι στο μέγεθος των παιδιών και αν είναι χρωματιστές. Κοιτάξτε τριγύρω και αναλογιστείτε αν έχει καμιά διαφορά που οι καρέκλες είναι στο μέγεθος των παιδιών. Ίσως τα παιδιά να προτιμούσαν να μην έχουν καρέκλες που περιορίζουν τις κινήσεις τους, αλλά να κάθονται στο πάτωμα, να κοιτάζουν τριγύρω, να μυρίζουν αέρα ελευθερίας και να έχουν χώρους που τα εμπνέουν.

*Η Δρ. Νικολέττα Χριστοδούλου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Αναλυτικών Προγραμμάτων και Διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο Frederick και Συντονίστρια της ΘΕ Παιδεία στο «Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος».

X