Πολίτης & Κοινωνία

H αξιοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς στην εκπόνηση ορθολογιστικής πολιτικής

Για τη μετατροπή του τόπου στην Άλλη Κύπρο, όπως το Νέο Κύμα || Volt Cyprus – Η Άλλη Κύπρος οραματίζεται, απαιτείται η συστράτευση των πολιτών και η καλλιέργεια των αξιών της ενεργού πολιτότητας, της προ-κοινωνικής συμπεριφοράς και της συμμετοχής στα κοινά. Οι πολιτικές του κράτους οφείλουν να έχουν ως στόχο την ικανοποίηση των αναγκών του πολίτη, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και τη βέλτιστη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Κατανοώντας τον ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα ως δείκτη τόσο της προόδου και της κοινωνικής ευημερίας, όσο και, αντίστροφα, όλων των προβλημάτων που ταλανίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, οι περισσότερες προηγμένες χώρες έχουν προχωρήσει στη δημιουργία κέντρων εκπόνησης πολιτικής τα οποία δίνουν έμφαση στη μελέτη, την κατανόηση και την αξιοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Τα κέντρα αυτά λαμβάνουν διάφορες μορφές, αποτελούνται από έναν κεντρικό φορέα ή είναι αποκεντρωμένες, μικρότερες οντότητες με διαφορετικά πεδία ενδιαφέροντος. Είναι κρατικά ή ιδιωτικά, αλλά έχουν ως στόχο πάντα την επιστημονική τεκμηρίωση σε θέματα που αφορούν την ανθρώπινη συμπεριφορά για την εκπόνηση πολιτικής και την αξιολόγησή της. Τα κέντρα στελεχώνονται από καταρτισμένους επιστήμονες διαφόρων πεδίων (ψυχολογία ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, οικονομία, επικοινωνία κ.ά.) και χρησιμοποιούν ενδεικνυόμενες μεθόδους, όπως Randomized Control Trials, για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας πολιτικών, παρεμβάσεων και προγραμμάτων, προς αποφυγή της σπατάλης δημόσιου χρήματος σε μη αποτελεσματικές πρακτικές. Τα κέντρα επίσης παρατηρούν και αξιολογούν τον ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα στη λήψη αποφάσεων από τις οντότητες που υλοποιούν πολιτική, συμβάλλοντας έτσι στην ίση μεταχείριση των πολιτών και στην πρόληψη της διαφθοράς.

Στην Άλλη Κύπρο, ένα τέτοιο κέντρο εκπόνησης πολιτικής στη βάση της ανθρώπινης συμπεριφοράς θα είναι κεντρικό, με υπο-ειδικότητες που θα παράγουν πολιτική για θέματα που αφορούν τα διάφορα υπουργεία. Η χρηματοδότηση θα είναι αρχικά κρατική, αλλά θα αναμένεται από τις ερευνητικές ομάδες που το απαρτίζουν να διεκδικούν στη συνέχεια ευρωπαϊκά κονδύλια. Αυτό το κέντρο θα είναι συνδεδεμένο με πανεπιστήμια και άλλα ερευνητικά κέντρα του τόπου για τη δημιουργία συνεργιών και την αξιοποίηση του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού με την τεχνογνωσία και την εμπειρία του, ενώ θα συμβάλλει στην εκπόνηση πολιτικής στους πιο κάτω τομείς, μεταξύ άλλων, με τις στοχεύσεις να ανανεώνονται σύμφωνα και με τα θέματα που απασχολούν κάθε φορά την κοινωνία.

Ανθρώπινα Δικαιώματα

Τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν το θεμέλιο της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Ο σεβασμός και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων όσοι βρίσκονται στη δικαιοδοσία της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, η οποία απορρέει τόσο από το Σύνταγμα όσο και από το διεθνές δίκαιο και τις πολυάριθμες διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Κυπριακή Δημοκρατία και ο λαός της (Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι) είναι θύματα κατάφωρων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής, και αυτό παραμένει μια ανοιχτή πληγή που θα κλείσει μόνο μέσω μιας δίκαιης λύσης του κυπριακού προβλήματος. Το διαρκές δράμα που βιώνουν οι εκτοπισμένοι και οι συγγενείς των αγνοουμένων οφείλει να βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων κάθε κυπριακής κυβέρνησης, με ουσιαστικές παρεμβάσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Η προβληματική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν εξαντλείται ωστόσο στις τραγικές ανθρωπιστικές πτυχές του Κυπριακού. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει σημαντικά βήματα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο. Πλείστα εξ αυτών είναι απόρροια της συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και στην επιρροή που ασκούν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) και άλλες διεθνείς συμβάσεις και διεθνή όργανα επιτήρησης. Οι σημαντικότερες κατακτήσεις εντοπίζονται στον τομέα των νομοθετικών παρεμβάσεων, ενώ θα πρέπει να επαινεθεί το σπουδαίο έργο που συντελείται στο Τμήμα Φυλακών, που ακολουθεί ανθρωποκεντρική προσέγγιση, σύμφωνα με τα σύγχρονα διεθνή πρότυπα (παρόλο που η κατάσταση τίθεται σε κίνδυνο λόγω του υπερπληθυσμού των εγκλείστων). Δυστυχώς, η θεαματική βελτίωση της κατάστασης στις Κεντρικές Φυλακές δεν αποτελεί τον κανόνα για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα μας. Η αίσθηση που καλλιεργείται στις διακηρύξεις των κυβερνώντων για πλήρη σεβασμό και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γίνεται ψευδαίσθηση, όταν έρχονται διαρκώς στην επιφάνεια υποθέσεις που καταδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.

Η υπόθεση του «Ορέστη» ανέδειξε τη ρατσιστική αδιαφορία της αστυνομίας στις εξαφανίσεις μεταναστριών και τις γυναικοκτονίες. Η υπόθεση του βιασμού της νεαρής Αγγλίδας στην Αγία Νάπα κατέδειξε την ανεπάρκεια του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης μέχρι να δικαιωθεί το θύμα από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η αυτοκτονία του ανήλικου Στυλιανού κατέδειξε τις δομικές αδυναμίες των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να προστατέψουν ευάλωτους συνανθρώπους μας. Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των αλλοδαπών –και δη των ασυνόδευτων ανηλίκων– στο κέντρο υποδοχής/κράτησης Πουρνάρα καταδεικνύουν την αποτυχία τόσο της κυβέρνησης όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαχειριστούν τις προσφυγικές/μεταναστευτικές ροές και να χαράξουν μια βιώσιμη μεταναστευτική πολιτική. Παράλληλα, η έκφραση φυλετικού μίσους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταδεικνύει ότι τμήμα της κυπριακής κοινωνίας ολισθαίνει προς ξενοφοβικές και ρατσιστικές αντιλήψεις και συμπεριφορές που όχι μόνο δεν αποθαρρύνονται από την κυβέρνηση, αλλά εξυπηρετούν την πολιτική της. Η τυφλή καταστολή της διαδήλωσης των «Ως Δαμέ» και ο σοβαρός τραυματισμός διαδηλώτριας, η εκφοβιστική έρευνα στην οικία γυναίκας που ασκούσε κριτική στην τέως Υπουργό Δικαιοσύνης, η πειθαρχική δίωξη του καθηγητή Γαβριήλ για έργα τέχνης που δημοσιοποίησε εκτός υπηρεσίας, καθώς και η διαρκής απαξίωση ΜΚΟ που δεν συμπράττουν με την κυβέρνηση, καταδεικνύουν τη δυσανεξία της κυβέρνησης στην αντίθετη άποψη, δείχνοντας το αυταρχικό της πρόσωπο σε όσους ασκούν κριτική και την εκφράζουν ανοιχτά. Η πρόσφατη υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την αμερικανική κυβέρνηση στο θέμα της αντιμετώπισης της διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων επαναφέρει μνήμες της ντροπιαστικής κρατικής αδιαφορίας ή/και συνέργειας στην αντιμετώπιση των σύγχρονων μορφών δουλείας. Η πολύ χαμηλή κατάταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στα θέματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας αναδεικνύει τον συντηρητισμό της κοινωνίας και της πολιτείας, στοιχείο άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διαρκή παρέμβαση της Εκκλησίας στα κοινωνικά δρώμενα. Η αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρία εξακολουθεί να βασίζεται στο μοντέλο της φιλανθρωπίας, αγνοώντας τη σύγχρονη δικαιωματική προσέγγιση. Τέλος, παρά τα βήματα προόδου, η συνεχιζόμενη ανισότητα ανδρών και γυναικών, ιδίως στην αμοιβή εργασίας, αλλά και στη συμμετοχή στην πολιτική ζωή, μας υπενθυμίζει ότι η κυπριακή κοινωνία παραμένει βαθιά πατριαρχική και ότι δεν υπάρχει βούληση των κυβερνώντων να επιφέρουν ριζικές αλλαγές στην κατεύθυνση της ουσιαστικής ισότητας.

Οι ανωτέρω παθογένειες δεν είναι τυχαίες ούτε μεμονωμένες. Είναι αποτέλεσμα συνειδητών και βαθιά ριζωμένων αντιλήψεων και πολιτικών που βασίζονται στην άγνοια, την αδιαφορία ή και την εχθρότητα προς την ουσιαστική και ισότιμη απόλαυση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όλους τους συνανθρώπους μας. Είναι αποτέλεσμα διαχρονικών πολιτικών που δεν αντιμετώπιζαν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως προτεραιότητα. Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια –που ξεκίνησε με μεγάλη καθυστέρηση το 2019– προς τη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχει μείνει στα χαρτιά. Η στρατηγική δεν έχει κοινοποιηθεί ούτε στα κρατικά όργανα ούτε στην κοινωνία. Δεν έχει γίνει κανένα βήμα για στοχευμένες και κοστολογημένες δράσεις που θα ανατρέψουν τη διολίσθηση της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο και θα επιφέρουν τις απαραίτητες βελτιώσεις.

Οι βασικότερες δράσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν –χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις– τα ακόλουθα:

  1. Συστηματικές νομοθετικές παρεμβάσεις για εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις συστάσεις διεθνών οργάνων επιτήρησης.
  2. Άμεση υιοθέτηση εθνικού σχεδίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, με μετρήσιμους στόχους και κοστολογημένες δράσεις.
  3. Υλοποίηση του Εθνικού Σχεδίου για την Ένταξη των Μεταναστών, με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
  4. Διαρκής επιμόρφωση όλων των κρατικών οργάνων στις σύγχρονες αντιλήψεις και πρακτικές και στα διεθνή πρότυπα σεβασμού και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  5. Στοχευμένη επιμόρφωση αστυνομικών, δικαστών, λειτουργών κοινωνικών υπηρεσιών και άλλων κρατικών λειτουργών, καθώς και ιδιωτών που έχουν άμεση ενασχόληση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, κάθε φορά που αναλαμβάνουν νέα καθήκοντα.
  6. Διαρκείς εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης της κοινωνίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις αρχές της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων.
  7. Παρεμβάσεις σε όλα τα στάδια της εκπαίδευσης για καταπολέμηση των ρατσιστικών αντιλήψεων που υφέρπουν ή εκδηλώνονται μαζικά και ατιμώρητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στον ευρύτερο δημόσιο λόγο.
  8. Εγκαθίδρυση κεντρικού συντονιστικού οργάνου ή φορέα που θα επιβλέπει και θα συντονίζει τις παρεμβάσεις που απαιτούνται από διάφορα κυβερνητικά όργανα.
  9. Σύσταση σημείου επαφής και συντονισμού, το οποίο θα ανανεώνεται και θα ενημερώνεται σε τακτική βάση, για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε κάθε υπουργείο και σε κάθε κρατικό και ημικρατικό οργανισμό.
  10. Εμπέδωση της δικαιωματικής προσέγγισης (rights-based approach) στην αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρία και όλων των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
  11. Κυβερνητική λογοδοσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο πλαίσιο ανοιχτής και συμμετοχικής διαδικασίας κάθε χρόνο στις 10 Δεκεμβρίου, που έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  12.  Κυβερνητική λογοδοσία για θέματα ισότητας των φύλων στο πλαίσιο ανοιχτής και συμμετοχικής διαδικασίας κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου (Διεθνής Ημέρα Γυναικών).
  13.  Ουσιαστική στήριξη των ανεξάρτητων αρχών, των επιτρόπων και των αξιωματούχων που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, με παράλληλο εκσυγχρονισμό των διαδικασιών επιλογής ή εκλογής τους, ώστε να συνάδουν με τα διεθνή πρότυπα.
  14. Ουσιαστική θεσμική στήριξη των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μείωση των τροχαίων ατυχημάτων και βελτίωση της οδικής συμπεριφοράς

Ως γνωστόν, τουλάχιστον για το 90% των τροχαίων ατυχημάτων ευθύνεται η ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ανθρώπινα σφάλματα ή η παραβατικότητα. Το κέντρο εκπόνησης πολιτικής θα μελετά την οδική συμπεριφορά και την αλληλεπίδραση των χρηστών του οδικού δικτύου με τις αντίστοιχες υποδομές. Θα εκπονεί προγράμματα που θα αφορούν τη βελτίωση του οδικού δικτύου και της συμπεριφοράς των οδηγών, καθώς και των σχετικών νομοθεσιών, και θα αξιολογεί τα αποτελέσματα της κάθε παρέμβασης.

Ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης, χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εξοικονόμηση ενέργειας και φυσικών πόρων

Για τη βέλτιστη μετάβαση στη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και για την προστασία του περιβάλλοντος (π.χ. πρόληψη πυρκαγιών, προστασία της χλωρίδας και της πανίδας του τόπου, σεβασμός στο φυσικό περιβάλλον, ανακύκλωση, μείωση ρύπων, κυκλική οικονομία κ.λπ.), χρειάζεται ανάλυση και αλλαγή στάσεων, αξιοποίηση κατάλληλων κινήτρων και εμπλοκή των πολιτών. Το κέντρο θα αναλάβει τη μελέτη και την εκπόνηση στρατηγικών, καθώς και την αξιολόγηση παρεμβάσεων στη θεματική αυτή.

Αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς, μείωση της εγκληματικότητας και αύξηση της προ-κοινωνικής συμπεριφοράς και της τήρησης των νόμων

Ο τόπος ταλανίζεται διαχρονικά και με αυξανόμενη ένταση από φαινόμενα χουλιγκανισμού, νεανικής παραβατικότητας (χρήση κροτίδων, παράνομο άναμμα φωτιάς, οχλαγωγία, κ.λπ.), βίας στο σχολείο, οικογενειακής βίας κ.λπ. Το κέντρο θα εξετάζει τους κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και οικογενειακούς παράγοντες που επιδρούν στη διαμόρφωση των φαινομένων αυτών σε τοπικό επίπεδο, καθώς και την ανταπόκριση στις σχετικές νομοθεσίες. Θα πρέπει να εκπονεί στρατηγικές και να αξιολογεί τις διάφορες παρεμβάσεις και τη χρησιμότητά τους στη διαχείριση των φαινομένων.

Βελτίωση της υγείας, πρόληψη ασθενειών, αναβάθμιση των παροχών υγείας προς τους πολίτες

Η πρόσφατη πανδημία του κορονοϊού ανέδειξε τον κρίσιμο ρόλο της ανθρώπινης συμπεριφοράς στη διαδικασία της πρόληψης. Πολλά προβλήματα υγείας σχετίζονται με παράγοντες που μπορούν να προληφθούν, όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία, η έλλειψη άσκησης, η μη συμμετοχή σε προληπτικούς ελέγχους, η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών, η πολυφαρμακία, η μη συμμετοχή σε εμβολιαστικά προγράμματα κ.ά. Το κέντρο θα μελετά τους τρόπους επικοινωνίας και την υιοθέτηση και αξιολόγηση στρατηγικών για την προαγωγή της υγείας, τη μείωση των βλαβερών συνηθειών και την καλλιέργεια κουλτούρας ευεξίας και υγιεινής ζωής. Θα μελετά επίσης τα συστήματα υγείας, την αποτελεσματικότητα των λειτουργών υγείας και τις κοινωνικές ανισότητες σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στην υγεία.

Παρακολούθηση της συμπεριφοράς των καταναλωτών, βελτίωση της παροχής υπηρεσιών

Οι αγοραστικές τάσεις και συμπεριφορές έχουν άμεση σχέση με την οικονομία. Τo κέντρο θα συμβάλλει στην καλλιέργεια ενημερωμένων και διεκδικητικών καταναλωτών, θα τους προστατεύει από την εκμετάλλευση και την αισχροκέρδεια και θα εκπονεί στρατηγικές για την ενίσχυση χρήσιμων συμπεριφορών μέσα από κίνητρα, εκπαίδευση ή διευκόλυνση στη χρήση προηγμένων συστημάτων (π.χ. αύξηση της χρήσης πιστωτικών καρτών, αποφυγή διαδικτυακής απάτης, κατάρτιση οικογενειακού προϋπολογισμού, μείωση της φοροδιαφυγής κ.ά.). Επίσης, θα αναβαθμίζει συστήματα μεταφορών, συγκοινωνιών και εμπορικών συναλλαγών, συμβάλλοντας στην οικονομική ανάπτυξη, και θα στοχεύει στη συνεχή βελτίωση εθνικά πολύτιμων προϊόντων όπως ο τουρισμός και άλλες μορφές υπηρεσιών.

Προώθηση της ισότητας και της δικαιοσύνης

Παρατήρηση, εντοπισμός και αντιμετώπιση των συμπεριφορών ρατσισμού και των διακρίσεων λόγω φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ενίσχυση της αποδοχής της διαφορετικότητας μέσα από τεκμηριωμένες προσεγγίσεις και ενθάρρυνση της συμμετοχής όλων των πολιτών στα κοινά.

Κοινωνική δικαιοσύνη

Η διαφθορά εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες. Σε συνθήκες διαφθοράς, τους πόρους οικειοποιούνται, σκανδαλωδώς και αθέμιτα, κυρίως αυτοί που είναι κοντά στην εξουσία. Πάντοτε εις βάρος της κοινωνίας και ενάντια σε κάθε αίσθημα δικαίου.

  1. Το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος φτωχοποιεί λαούς και αφαιρεί πόρους από πολλούς κρατικούς προϋπολογισμούς.
  2. Η επιδημία του κορονοϊού επίσης έχει επιτείνει πολλαπλώς τις κοινωνικές και παγκόσμιες αδικίες. Τη στιγμή που ο δυτικός κόσμος ετοιμάζεται για την 4η δόση του εμβολίου, το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη δεν έχει ακόμη πρόσβαση σε αυτό το πολύτιμο αγαθό.
  3.  Η πανδημία δεν έχει επιπτώσεις μόνο στα κράτη, αλλά και στους ανθρώπους. Η διαδικτυακή εργασία, αν και αναγκαία σε συνθήκες πανδημίας, είναι δυνατόν να εντείνει την εργασιακή εκμετάλλευση, καθώς ο εργοδότης θα απαιτεί τη συνεχή ανταπόκριση του εργαζόμενου, συχνά χωρίς όρια και χωρίς ωράριο. Αυτό υπήρξε δυσβάσταχτο κυρίως για τις εργαζόμενες μητέρες, οι οποίες έπρεπε να εργάζονται διαδικτυακά και ταυτόχρονα να επιτηρούν τα παιδιά τους και να φροντίζουν για τις ανάγκες τους.
  4. Σύμφωνα με τον διεθνή Τύπο, μόνο στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της πανδημίας οι δισεκατομμυριούχοι έγιναν πλουσιότεροι κατά ένα 1 τρισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, βέβαια, η μεσαία τάξη φτωχοποιείται. Εκτιμάται ότι σε παγκόσμιο επίπεδο τα δύο τελευταία χρόνια έγινε μια μεταφορά πλούτου προς τους πλουσιότερους της τάξης των 4 τρισ. δολαρίων.
  5. Η γεωπολιτική αναστάτωση αδικεί ακόμη περισσότερο τις φτωχές χώρες, καθώς αδυνατούν να έχουν πρόσβαση σε πρώτες ύλες και ενέργεια. Ένας πολίτης του δυτικού κόσμου καταναλώνει 100 φορές περισσότερη ενέργεια από έναν πολίτη του Τρίτου Κόσμου.
  6. Όλα αυτά, μαζί με την κλιματική αλλαγή, τους πολιτικούς πρόσφυγες, τους οικονομικούς και οικολογικούς μετανάστες, εντείνουν έτι περαιτέρω τις κοινωνικές αδικίες και ανισότητες. Οι αδικίες ανάμεσα στα φύλα επίσης εντείνονται. Ακόμη και η πρόσβαση σε καθαρό νερό γίνεται χρόνο με τον χρόνο πιο δύσκολη.

Για την Κύπρο

  1. Η πρόσβαση στην παιδεία και σε ένα σύγχρονο σχολείο υψηλού επιπέδου είναι βασικό στοιχείο κοινωνικής δικαιοσύνης και ο πλέον αποτελεσματικός μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας.
  2. Η πρόσβαση μιας ολόκληρης κοινωνίας σε ένα πανεπιστημιακό νοσοκομείο υψηλών προδιαγραφών είναι απαραίτητη προϋπόθεση κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας. Στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία δεν μπορεί να έχει πρόσβαση μόνο η άρχουσα τάξη.
  3. Οι ίσες ευκαιρίες για όλους είναι βασικός μοχλός επίτευξης κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε μια χώρα όπου οι κομματικοί μηχανισμοί ελέγχουν τα πάντα, αυτό δυστυχώς παραμένει ακόμη άπιαστο όνειρο.
  4. Το κράτος μας είναι θεμελιωμένο στην αναξιοκρατία. Η ανωμαλία αυτή δεν συνιστά μόνο κατάφωρη αδικία έναντι μεμονωμένων προσώπων, αλλά είναι τελικά μάστιγα και κίνδυνος για την ευημερία ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου. Πρόκειται για ένα σαθρό σύστημα που παράγει συνεχώς χαμένες ευκαιρίες σε πολλά επίπεδα, που κοστίζει πολύ, μεταφορικά και κυριολεκτικά, που ανακυκλώνει τις χαμηλές προσδοκίες και τελικά προκαλεί την απάθεια και την αποστασιοποίηση των πολιτών.
  5. Το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στην Κύπρο επίσης δημιουργεί ανισότητες, καθώς, όταν η δικαιοσύνη αργεί να αποδοθεί, στην ουσία δεν υπάρχει.
  6. Τέλος, αφού μιλάμε για αδικίες και για κοινωνική δικαιοσύνη, υπάρχει μεγαλύτερη αδικία από αυτό που συνέβη στους πρόσφυγες της Κύπρου; Υπάρχει μεγαλύτερη αδικία από το να αναγκάζεσαι να ξεριζωθείς και να εγκαταλείψεις εστίες γενιών και γενιών; Να εκδιώκεσαι μέσα στην ίδια την πατρίδα σου;

Όλα αυτά και πολλά άλλα συνθέτουν τον σύγχρονο κόσμο. Τα πράγματα είναι δύσκολα, γκρίζα και άδικα. Υπάρχουν όμως δυνάμεις ανανέωσης και αναγέννησης. Άνθρωποι που ονειρεύονται έναν διαφορετικό κόσμο, πιο δημοκρατικό, πιο ανθρώπινο και πιο δίκαιο. Αυτοί είναι η ελπίδα μας. Αυτοί είναι η ελπίδα της ανθρωπότητας.

Σχολική βία: αίτια και αντιμετώπιση

Η σωματική, λεκτική ή σχεσιακή εκφοβιστική συμπεριφορά (bullying) μεταξύ συμμαθητών ή συνομήλικων, είτε διά ζώσης είτε μέσω διαδικτύου (cyberbullying), αποτελεί συχνό φαινόμενο και στην Κύπρο – πρόσφατα βιώσαμε σοβαρά περιστατικά που οδήγησαν μέχρι και στην απώλεια ανθρώπινων ζωών. Έρευνες σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρουσιάζουν την Κύπρο μεταξύ των χωρών που έχουν από τα πιο υψηλά ποσοστά σχολικής βίας στην Ευρώπη. Πρόσφατη έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, μάλιστα, έδειξε ότι σε δείγμα 900 εφήβων το 14,1% ανέφερε ότι εκφόβισε άλλο άτομο, ενώ το 22,2% ανέφερε ότι υπέστη εκφοβισμό. Τέτοιες συμπεριφορές καθιστούν δύσκολη την παροχή ενός ασφαλούς και προστατευτικού σχολικού περιβάλλοντος που προωθεί τη μάθηση για όλους.

Το Νέο Κύμα || Volt Cyprus – Η Άλλη Κύπρος θεωρεί το φαινόμενο σοβαρό ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, με σημαντικές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες στα εμπλεκόμενα άτομα, τις οικογένειες, το εκπαιδευτικό σύστημα και την κοινωνία. Ενδεικτικά, το συνολικό κόστος αντιμετώπισης της βίαιης συμπεριφοράς ανά άτομο υπολογίζεται σε 2-3 εκατ. ευρώ, ενώ το συνολικό κοινωνικό κόστος για άτομα με σοβαρή μορφή βίαιης συμπεριφοράς υπολογίζεται ως δέκα φορές υψηλότερο από το κόστος των ατόμων που δεν εκδηλώνουν βίαιες συμπεριφορές. Τα ίδια τα παιδιά που εμπλέκονται, είτε είναι οι θύτες είτε τα θύματα, πιθανόν να βιώσουν αρνητικές συνέπειες για το υπόλοιπο της ζωής τους. Τα παιδιά και οι έφηβοι που παρουσιάζουν βίαιη συμπεριφορά τείνουν να έχουν χαμηλότερη σχολική επίδοση, να εγκαταλείπουν πιο συχνά το σχολείο και να εκδηλώνουν ψυχικές διαταραχές. Τοπικά και διεθνή ευρήματα συνδέουν τη βίαιη συμπεριφορά ή τη θυματοποίηση στις ηλικίες αυτές με κίνδυνο εκδήλωσης μιας σειράς ψυχο-κοινωνικών προβλημάτων στο μέλλον, όπως εξαρτήσεις, παραβατικότητα, απόπειρες αυτοκτονίας κ.ά.

Το Νέο Κύμα || Volt Cyprus – Η Άλλη Κύπρος υποστηρίζει ότι η έξαρση και η σοβαρότητα του φαινομένου δημιουργούν την ανάγκη επένδυσης στην έρευνα και την ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης ή παρέμβασης που να στηρίζονται τόσο στη διεθνή εμπειρία και τις δοκιμασμένες βέλτιστες πρακτικές, όσο και σε τοπικά δεδομένα, ακόμη και στο επίπεδο συγκεκριμένων σχολικών μονάδων. Όπως σε όλες τις περιπτώσεις επένδυσης δημόσιου χρήματος, η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων και των πολιτικών πρέπει να αξιολογείται διαρκώς, ώστε να γίνονται οι αναγκαίες διορθώσεις και η επικαιροποίηση των δράσεων.

Η αναγνώριση των πρώιμων βίαιων συμπεριφορών είναι ύψιστης σημασίας, και το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να προετοιμαστεί ώστε να παρατηρεί, να εντοπίζει και να αναφέρει στις αρμόδιες υπηρεσίες ανάλογα περιστατικά. Εάν οι εκπαιδευτικοί και οι σχολικές μονάδες ανησυχούν ότι, αναφέροντας ένα τέτοιο περιστατικό, θα στιγματιστούν ή θα φορτωθούν καθήκοντα που πιστεύουν ότι δεν είναι μέρος της εργασίας τους, με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις να παραμένουν αδρανείς, μειώνεται η πιθανότητα έγκαιρης πρόληψης αυτών των φαινομένων και έμμεσα οι βίαιες συμπεριφορές ενισχύονται.

Δυστυχώς, τα υφιστάμενα προγράμματα παρέμβασης δεν επιτυγχάνουν σημαντική βελτίωση για το 50% των παιδιών που εμπλέκονται σε βίαιες συμπεριφορές, γεγονός που υποδηλώνει την ανάγκη για επιπρόσθετη έρευνα και ανάπτυξη προγραμμάτων που ανταποκρίνονται στην κυπριακή πραγματικότητα. Παρά τις προσπάθειες των τελευταίων χρόνων (βλ. Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη και Διαχείριση της Βίας στο Σχολείο), χρειάζεται μια ολιστική στρατηγική που να αναγνωρίζει τη σημασία του φαινομένου και να εμπλέκει ολόκληρη την κοινωνία στην αποτελεσματική αντιμετώπισή του.

Αντιμετώπιση

Πρόληψη

Η επένδυση σε μεγάλες, πολυθεματικές, συστηματικές και διαχρονικές μελέτες του φαινομένου τοπικά, από συνεργαζόμενες ομάδες ειδικών στην Κύπρο, αποτελεί την αναγκαία βάση για την εφαρμογή μιας σύγχρονης πολιτικής πρόληψης και την τεκμηριωμένη αντιμετώπιση του προβλήματος. Μέσα από αυτές τις έρευνες θα προκύψουν δεδομένα για την ανάπτυξη του προβλήματος από τη νηπιακή ηλικία μέχρι την ενηλικίωση και θα αναδειχθεί ο αλληλεπιδραστικός ρόλος ατομικών, βιολογικών, οικογενειακών, κοινωνικοοικονομικών παραγόντων και χαρακτηριστικών των σχολείων, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις ιδιαιτερότητες της κάθε σχολικής μονάδας, της μικρο-κοινωνίας/γειτονιάς και του εκπαιδευτικού συστήματος.

Απαιτείται συνεχόμενη επένδυση στις υπηρεσίες σχολικών, εκπαιδευτικών και κλινικών ψυχολόγων και σχολικών συμβούλων, ώστε να αναπτύσσουν όσο το δυνατόν στενότερες σχέσεις με την κάθε ξεχωριστή σχολική μονάδα όπου υπηρετούν και να καταγράφουν τις δυναμικές, τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες που σχετίζονται με το πρόβλημα τοπικά. Υπερφορτωμένοι λειτουργοί που μπορούν μόνο να διεξάγουν τυποποιημένες, γραφειοκρατικές διαδικασίες, χωρίς εξατομικευμένη παρατήρηση, αξιολόγηση και αντιμετώπιση του προβλήματος και χωρίς μέτρηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεών τους σε βάθος χρόνου, δεν μπορούν να επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Παράλληλα, απαιτούνται προγράμματα που θα κατευθύνουν τον κάθε μαθητή ξεχωριστά μακριά από αντικοινωνικές συμπεριφορές, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τόσο τις δικές του όσο του περιβάλλοντός του, ώστε η συμπεριφορά του να βελτιώνεται άμεσα. Αυτό επιτυγχάνεται με την προώθηση υγιών σχέσεων, αλλά και μέσω της ανάδειξης των αξιών του σεβασμού, της αποδοχής και της αντίστασης προς τη βία. Είναι απαραίτητα επίσης προγράμματα ευρείας κλίμακας για την απόκτηση δεξιοτήτων ζωής και γονεϊκών δεξιοτήτων, αλλά και συγκεκριμένη εκπαίδευση του προσωπικού των σχολικών μονάδων στη διαχείριση προκλητικής συμπεριφοράς και στην πρόληψη μέσω παρεμβάσεων που θα δίνουν κίνητρα στους μαθητές για υγιή ανταγωνισμό, προσωπικές επιτυχίες και εμπλοκή σε προ-κοινωνικές δραστηριότητες. Η στοχευμένη ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων και δεξιοτήτων αυτοδιαχείρισης, με τη συμμετοχή ολόκληρης της σχολικής μονάδας, μπορεί να προλάβει τέτοια φαινόμενα επιτυχώς. Αναγκαία είναι η επιμόρφωση του εκπαιδευτικού της γενικής τάξης και η ενεργός συμμετοχή του στα προγράμματα παρέμβασης.

Θεραπεία

Για τα παιδιά που ήδη παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά, απαιτούνται εξατομικευμένα εντατικά προγράμματα παρέμβασης. Το φαινόμενο της επίρριψης ευθυνών από το σχολείο στο σπίτι και από το σπίτι στο σχολείο δεν εξυπηρετεί κανέναν. Απαιτείται πολυθεματική αντιμετώπιση, με συνεργασία σε όλα τα επίπεδα. Η έγκαιρη ανίχνευση «προειδοποιητικών σημείων» είναι αναγκαία, καθώς αυτές οι συμπεριφορές είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπιστούν εφόσον εδραιωθούν. Χρειάζεται ανάπτυξη και διαρκής αξιολόγηση προγραμμάτων σύμφωνα με τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές, με συνεκτίμηση των τοπικών δεδομένων. Είναι απαραίτητο να ακολουθούνται από το προσωπικό των σχολείων, κατόπιν κατάλληλης εκπαίδευσης από ειδικούς, ώστε να διαμορφώνεται μια κοινή γραμμή αντιμετώπισης, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις εξατομικευμένες ανάγκες. Στόχος της παρέμβασης είναι να ενισχύσει την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής παιδιών και εφήβων με συμπεριφορικές διαταραχές.

Σε ατομικό επίπεδο, γνωστικο-συμπεριφορικές προσεγγίσεις, οι οποίες έχουν ως σκοπό τη βελτίωση των δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων, των δεξιοτήτων επικοινωνίας, τον έλεγχο της παρόρμησης, των δεξιοτήτων διαχείρισης θυμού και την ανάπτυξη ενσυναίσθησης, μπορούν να μειώσουν τις συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν τα παιδιά με προβλήματα συμπεριφοράς στην παιδική ή εφηβική ηλικία. Ψυχο-εκπαιδευτικές πρακτικές μπορεί επίσης να αποδειχθούν χρήσιμες, με στόχο την ένταξη του παιδιού στην ομάδα των συνομηλίκων του. Επιπρόσθετα, τα επιτυχημένα προγράμματα παρέμβασης πρέπει να περιλαμβάνουν εκπαίδευση για την ανάπτυξη κοινωνικο-γνωστικών και ακαδημαϊκών δεξιοτήτων, αλλά και ενημέρωση του αντικοινωνικού παιδιού για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει τόσο το ίδιο όσο και τα θύματα επιθετικής συμπεριφοράς.

Οι περιπτώσεις μαθητών των οποίων τα προβλήματα επιμένουν ακόμη και μετά από εντατική παρεμβατική εργασία πρέπει να λαμβάνουν ειδική αγωγή και βοήθεια από ομάδα ειδικών. Απαιτείται ενίσχυση των ψυχολόγων και των συμβούλων ή αναβάθμιση των διαδικασιών επικοινωνίας και συνεργασίας ανάμεσα σε διακριτές υπηρεσίες, όπως αυτή της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, των παιδοψυχιατρικών υπηρεσιών και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αλλά και περαιτέρω εμπλοκή τους σε προγράμματα πρόληψης της σχολικής βίας και της αντικοινωνικής συμπεριφοράς μέσα από την απελευθέρωση χρόνου από τις ατομικές μόνο παρεμβάσεις.

Στο οικογενειακόεπίπεδο, η παρέμβαση πρέπει να επικεντρώνεται στη δημιουργία αλλαγών μέσα στο σύστημα της οικογένειας, όπως η βελτίωση των δεξιοτήτων επικοινωνίας, με τη χρήση αποτελεσματικών γονεϊκών πρακτικών, οι οποίες, για να εδραιωθούν, πρέπει να διδαχθούν και να παρατηρείται η εξέλιξή τους από το εξειδικευμένο προσωπικό που βρίσκεται κοντά στην οικογένεια – τον εκπαιδευτικό, τον σχολικό σύμβουλο και, όπου είναι αναγκαίο, τον σχολικό ψυχολόγο.

Στο σχολικό επίπεδο απαιτείται η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στη διαχείριση παιδιών με προβλήματα συμπεριφοράς. Ακούμε συχνά από απελπισμένους εκπαιδευτικούς ή διευθυντές το αίτημα να απομακρυνθούν από τα σχολεία παιδιά με τέτοιου είδους συμπεριφορές. Το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι αυτό, αφού το επόμενο σχολείο θα επωμιστεί το ίδιο πρόβλημα. Η επιμόρφωση και η ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών σε όλες τις βαθμίδες αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την επιτυχία των παρεμβάσεων στο σχολικό πλαίσιο. Χρειάζεται αλλαγή και των ατομικών και των οικογενειακών συνθηκών, αλλά και της σχέσης με τον εκπαιδευτικό, δεδομένης της σπουδαιότητας του ρόλου του στη ζωή του παιδιού. Στο σχολικό επίπεδο, η επιτυχία προγραμμάτων παρέμβασης καθορίζεται και από τη διαμόρφωση του σχολικού χώρου με τρόπο που να παρέχεται η δυνατότητα συνεχούς επίβλεψης των μαθητών, ώστε να εντοπίζονται άμεσα και να αποτρέπονται οι όποιες εκδηλώσεις επιθετικής συμπεριφοράς. Οι εκπαιδευτικοί, όπως και οι γονείς, οφείλουν να αποτελούν πρότυπα συμπεριφοράς για τους νέους, πράγμα που σημαίνει ότι και οι ίδιοι πρέπει να υποστηρίζονται για να αντιμετωπίζουν τις δικές τους δυσκολίες και προκλήσεις. Οι διευθύνσεις των σχολείων θα πρέπει να επιμορφωθούν κατάλληλα σχετικά με τις άμεσες και έμμεσες αλλαγές που έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν κατά την υλοποίηση παρεμβατικών προγραμμάτων για την αποφυγή συγκρούσεων μεταξύ των μαθητών τους στο περιβάλλον του σχολείου. Η αντιμετώπιση των περιπτώσεων των μαθητών με προβλήματα συμπεριφοράς μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο με τη συμμετοχή και την επιμόρφωση ολόκληρης της σχολικής μονάδας.

Το Νέο Κύμα υποστηρίζει ότι και αυτό το φαινόμενο χρήζει αντιμετώπισης μέσα από επιστημονική τεκμηρίωση η οποία θα διευκολύνει τον εντοπισμό των εμποδίων κατά την εφαρμογή συγκροτημένων και ολιστικών στρατηγικών και την κινητοποίηση όλων των εμπλεκομένων σε μια κοινή προσπάθεια που τελικά θα μειώσει το κόστος για όλους και για την κοινωνία ευρύτερα, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την υγεία και την επιτυχία των επόμενων γενιών. Πρόκειται για στόχο που είναι συνυφασμένος με την ανάπτυξη και την ευημερία του τόπου.

Οδική ασφάλεια και οδική συμπεριφορά

Το πρόβλημα

Τα τροχαία ατυχήματα αποτελούν μία από τις βασικότερες αιτίες θανάτου και αναπηρίας στους νέους ανθρώπους, με τεράστιο κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο. Η Κύπρος, ειδικά κατά τη φετινή χρονιά, καταγράφει αύξηση πέραν του 62% στα θανατηφόρα δυστυχήματα σε σύγκριση με πέρσι. Αν και τα τροχαία είναι πολυπαραγοντικά φαινόμενα (ανθρώπινη συμπεριφορά, οδικό δίκτυο, καιρικές συνθήκες, όχημα κ.λπ.), ο ανθρώπινος παράγοντας αποτελεί βασική αιτία σε άνω του 90% των περιπτώσεων. Για την ορθολογική αντιμετώπιση του φαινομένου, απαιτείται στρατηγική επένδυση και υιοθέτηση της επιστημονικής τεκμηρίωσης των αιτιών, αλλά και των προτεινόμενων θεραπειών με βάση διεθνή και τοπικά δεδομένα. Είναι απαραίτητη, επίσης, η αξιοποίηση βέλτιστων διεθνών πρακτικών και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων που υλοποιούνται.

Ολιστική αντιμετώπιση

Το Νέο Κύμα || Volt Cyprus – Η Άλλη Κύπρος υιοθετεί την αντίληψη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ότι τα τροχαία ατυχήματα αποτελούν ένα θέμα δημόσιας υγείας που απαιτεί τη συστράτευση ολόκληρης της κοινωνίας για την αντιμετώπισή του. Οι χώρες και οι περιφέρειες με τα καλύτερα αποτελέσματα στη μείωση των τροχαίων είναι αυτές που έχουν αντιμετωπίσει το πρόβλημα ως ζήτημα απόλυτης πολιτικής προτεραιότητας μέσα από συστημικές, πολυεπίπεδες προσεγγίσεις που εμπλέκουν ολόκληρη την κοινωνία και που δεν παρεμποδίζονται από εξυπηρετήσεις συμφερόντων και μείωση της σημαντικότητας του στόχου.

Μετά τις αυτονόητες παρεμβάσεις για τη βελτίωση του οδικού δικτύου, τον εντοπισμό και τη διαχείριση επικίνδυνων σημείων, αλλά και την ενθάρρυνση της χρήσης ασφαλών οχημάτων με τη βοήθεια σύγχρονων συστημάτων ασφαλείας, η θεραπεία του προβλήματος οφείλει να στραφεί στον ανθρώπινο παράγοντα.

Βήμα 1

Ως πρώτο στόχο θέτουμε την καταγραφή και οριοθέτηση του προβλήματος με βάση τοπικά και διεθνή επιστημονικά ευρήματα. Για την αντικειμενική και εις βάθος μελέτη του φαινομένου, απαιτείται η επένδυση στην έρευνα μέσα από κονδύλια για ειδικές μελέτες. Οι έρευνες αυτές θα πρέπει να υλοποιούνται από το ερευνητικό προσωπικό των τοπικών ερευνητικών ιδρυμάτων ή από εξειδικευμένο κέντρο μελετών για την οδική ασφάλεια, του οποίου την ίδρυση προτείνουμε. Η έρευνα στην τροχαία συμπεριφορά και την πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων πρέπει επίσης να είναι διαρκής και ενημερωμένη ως προς τις διεθνείς εξελίξεις, προσφέροντας τη δυνατότητα συνεχούς εξέλιξης και εξειδίκευσης του ερευνητικού προσωπικού, έτσι ώστε να εδραιωθεί μια συλλογική και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσπάθεια πρόληψης και αντιμετώπισης του φαινομένου.

Βήμα 2

Επόμενος στόχος είναι η κατανόηση των αιτίων των τροχαίων ατυχημάτων και η αξιοποίηση της γνώσης αυτής με τη στρατηγική πρόληψης. Με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα, οι εμπλεκόμενοι σε τροχαία ατυχήματα οδηγοί είναι συνήθως νεαροί άντρες με περιορισμένη εμπειρία οδήγησης, υπερεκτίμηση των ικανοτήτων τους και υποτίμηση των κινδύνων λόγω περιορισμένης κρίσης και αυτοελέγχου, ως συνέπεια της βιολογικής και ψυχολογικής ανωριμότητας. Ταυτόχρονα, οι παραβάτες του Κώδικα Οδικής Συμπεριφοράς τείνουν να είναι επαναλαμβανόμενοι και συστηματικοί. Άλλες ομάδες κινδύνου και στόχευσης είναι οι ευάλωτοι χρήστες, όπως ηλικιωμένα άτομα, πεζοί, ποδηλάτες και μοτοσικλετιστές. Γνωρίζουμε επίσης ότι μια σειρά από ατομικά χαρακτηριστικά αυξάνουν τον κίνδυνο εμπλοκής σε τροχαία, όπως η τάση για αναζήτηση έντονων εμπειριών, ο παρορμητισμός, η επιθετικότητα, η μειωμένη ευσυνειδησία και η εναντίωση στην εξουσία, στοιχεία που εντοπίζονται συχνά στους νεαρούς οδηγούς και τα οποία, σε συνδυασμό με την απειρία τους, αποτελούν σημαντικό παράγοντα ρίσκου. Ιδιαίτερα επικίνδυνα χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν αυτά που ονομάζονται «σκληρά» χαρακτηριστικά, όπως η τάση για αγνόηση των αρνητικών συνεπειών από τις παραβάσεις, μειωμένη ευαισθησία στην «τιμωρία», μειωμένη αίσθηση φόβου και έλλειψη ενσυναίσθησης. Είναι προφανές ότι η καλλιέργεια συνείδησης του πολίτη και προ-κοινωνικής συμπεριφοράς, ήδη από τις μικρές ηλικίες, θα συμβάλει στην απάμβλυνση του συγκεκριμένου προβλήματος, όπως και άλλων φαινομένων βίας και παραβατικότητας.

Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρών ατυχημάτων περιλαμβάνουν, επιπλέον, την υψηλή ταχύτητα, την κατανάλωση αλκοόλ ή άλλων ουσιών, την κούραση ή την υπνηλία, τη χρήση κινητού τηλεφώνου (ακόμη και με handsfree), τις επικίνδυνες συνθήκες (νυχτερινή οδήγηση, κακοκαιρία, κακό οδικό δίκτυο κτλ.), την αυξανόμενη συχνότητα οδήγησης και την οδήγηση με τη συντροφιά συνομήλικων. Πρόκειται για παράγοντες, δηλαδή, που επηρεάζουν τη συγκέντρωση, την ευθυκρισία και τα αντανακλαστικά ενός οδηγού.

Οδηγοί υψηλού κινδύνου, πέρα από την ηλικία και τη νοητική ικανότητα, μπορούν να χαρακτηριστούν και τα άτομα που εμπλέκονται σε συγκεκριμένες επικίνδυνες συμπεριφορές, όπως τα μη ηθελημένα λάθη, η εσκεμμένα μη ασφαλής οδήγηση, οι κοινές παραβιάσεις των κανόνων οδικής συμπεριφοράς (π.χ. αγνόηση του ορίου ταχύτητας) και οι επιθετικές παραβιάσεις των κανόνων που εμπερικλείουν επιθετικότητα προς τους άλλους οδηγούς. Αποτελεί κρίσιμο στοίχημα η ικανότητα πρόβλεψης των συμπεριφορών αυτών στη βάση τεκμηριωμένων μοντέλων και αλγορίθμων, παράλληλα με τη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου συστήματος πρόληψης και παρεμπόδισης της εκδήλωσής τους.

Μέτρα επίλυσης του προβλήματος

Η αντιμετώπιση του προβλήματος των τροχαίων ατυχημάτων απαιτεί συστηματική, σφαιρική, συστημική και πολυεπίπεδη προσέγγιση, ενώ θα πρέπει να αναχθεί σε ζήτημα δημόσιας υγείας και δημοσίου συμφέροντος. Οφείλουμε να στοχεύσουμε ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα: στην άμεση μείωση των τροχαίων με εστιασμένα, εντατικά μέτρα, στη μακροπρόθεσμη αλλαγή στάσεων, αντιλήψεων και συμπεριφορών που φορούν τόσο το άτομο (οδηγό) όσο και το πλαίσιο (εκπαιδευτικούς, λειτουργούς υγείας, εκπαιδευτές οδήγησης, ΜΜΕ/δημοσιογράφους, πολιτικούς, τοπικές αρχές, μη κυβερνητικές οργανώσεις).

Στη βάση των διεθνών βέλτιστων πρακτικών, συστήνεται η υιοθέτηση μιας σειράς μέτρων, τα οποία όμως πρέπει να μελετηθούν τοπικά, η αποτελεσματικότητα τους να αξιολογηθεί και να τυγχάνουν συνεχούς αναπροσαρμογής και επαναξιολόγησης.

Τα μέτρα λαμβάνουν συνήθως τη μορφή πυραμίδας, με την έννοια ότι περιλαμβάνουν παρεμβάσεις τόσο σε πληθυσμιακό επίπεδο όσο και σε ομάδες στόχου και άτομα ειδικού ενδιαφέροντος και ρίσκου. Οι πιο ευρείες παρεμβάσεις τείνουν να είναι πιο οικονομικές, αλλά με μικρή, άμεση αποτελεσματικότητα, ενώ, αντίστροφα, οι πιο εξατομικευμένες περιλαμβάνουν μεγάλο κόστος αλλά και μεγαλύτερα, άμεσα αποτελέσματα. Απαιτείται άρα ο συνδυασμός τους για βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση του προβλήματος.

– Σε πληθυσμιακό επίπεδο, απαιτούνται εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, προγράμματα ανάπτυξης ψυχο-συναισθηματικών δεξιοτήτων (π.χ. με την αξιοποίηση της εκπαίδευσης στην αγωγή υγείας για απόκτηση δεξιοτήτων που αφορούν την κριτική σκέψη, την επίλυση προβλημάτων, τις διαπροσωπικές σχέσεις, την αυτογνωσία και την αντίληψη κινδύνων), εκστρατείες από τα ΜΜΕ, στη βάση πάντα της επιστημονικής τεκμηρίωσης για τους βέλτιστους τρόπους εφαρμογής και τον αποτελεσματικότερο τρόπο επικοινωνίας με τους πολίτες. Στόχος πρέπει να είναι η μακροπρόθεσμη δημιουργία κουλτούρας ασφάλειας μέσα από την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων και την αλλαγή στάσης.

– Σε πληθυσμιακό επίπεδο, επίσης, προφανώς ένα βασικό μέτρο είναι η παροχή μέσων ασφαλούς μεταφοράς έπειτα από βραδινή διασκέδαση, όπως μέσα μαζικής μεταφοράς, φτηνά ταξί κ.λπ.

– Στο επίπεδο της πρόληψης των επικίνδυνων συμπεριφορών στις στοχευμένες ομάδες υψηλού κινδύνου, μεταξύ των παρεμβάσεων θα πρέπει να περιλαμβάνεται η μεγαλύτερη εμπλοκή των γονιών στην εκπαίδευση και τη συστηματική επιτήρηση των νέων οδηγών, έπειτα και από κατάλληλη δική τους εκπαίδευση, πριν και μετά την απόκτηση άδειας, για διαμόρφωση σωστών στάσεων και δημιουργία υγιών προτύπων.

– Η σταδιακή απόκτηση άδειας, που καθυστερεί την απόλυτα ανεξάρτητη οδήγηση, ενώ βοηθά στην περαιτέρω εμπλοκή της οικογένειας στη διαμόρφωση οδικής συμπεριφοράς.

– Σε υψηλότερο επίπεδο, απαιτείται η εξατομικευμένη διαχείριση των κατ’ επανάληψιν παραβατών με στοχευμένες παρεμβάσεις. Αυτές περιλαμβάνουν συστηματικό έλεγχο –με την κατά πολύ αυξημένη παρουσία της αστυνομίας– και επιτήρηση του οδικού δικτύου για την παρακολούθηση της τήρησης της νομοθεσίας, ώστε ο πολίτης να γνωρίζει ότι οι παραβάσεις του θα εντοπιστούν και θα έχουν συνέπειες.

– Βελτίωση της νομοθεσίας με ποινές που να είναι αποτρεπτικές μεν, αλλά να μην προκαλούν ματαίωση (π.χ. στέρηση άδειας οδήγησης για μικρό διάστημα και αύξηση ασφαλίστρων στους συστηματικούς παραβάτες). Η επιτήρηση της εφαρμογής της νομοθεσίας πρέπει να είναι εμφανής, με επικοινωνιακές εκστρατείες, υπενθυμίσεις και παρατηρήσεις, και η επιβολή ποινών συστηματική, δίκαιη και άμεση.

– Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η διαχείριση του προβλήματος της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ ή άλλων ουσιών. Πρέπει να γίνει κατανοητή η σύνδεση αυτού του φαινομένου με την ύπαρξη ψυχολογικών διαταραχών και η ανάγκη για την αντιμετώπισή τους μέσα από προγράμματα απεξάρτησης και ψυχοθεραπείας τα οποία θα επιβάλλονται από το δικαστήριο και θα προσφέρονται χωρίς κόστος.

– Για τους μοτοσικλετιστές προτείνεται η αυστηρότερη τήρηση της νομοθεσίας όσον αφορά τη χρήση κράνους και προστατευτικών μηχανικών μέσων, καθώς και η καθυστέρηση απόκτησης ανεξάρτητης άδειας.

– Για βέλτιστη αποτελεσματικότητα, τα μέτρα σε όλα τα επίπεδα δράσης πρέπει να εφαρμόζονται παράλληλα και να είναι αλληλοσυνδεόμενα (π.χ. εκπαίδευση του κοινού στη χρήση της ζώνης ασφαλείας με παράλληλες εκστρατείες ενημέρωσης, ποινές και αναμόρφωση για τους συστηματικούς παραβάτες, αλλά και προγράμματα επιβράβευσης για τους συνεπείς οδηγούς κ.ο.κ.).

Συμπέρασμα

Συνοπτικά, το πρόβλημα των τροχαίων είναι πολύπλοκο και πολυπαραγοντικό. Απαιτεί αποφασιστικότητα, συστηματικότητα, τεκμηρίωση, αξιολόγηση, εξειδίκευση και εξατομίκευση. Φτηνές και εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν. Απαιτείται επένδυση, μελέτη, στρατηγική και συστηματική εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών, με την εμπλοκή ολόκληρης της κοινωνίας.

X