Πρόσφυγες, Αγνοούμενοι & Εγκλωβισμένοι

«Τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου, τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια, δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς» ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ.

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και η εθνική συνταγματική τάξη θεμελιώνουν και εγγυώνται το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη για την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων κάθε εκτοπισμένου συμπατριώτη μας.

Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτρέψει οποιονδήποτε κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Η τακτική να γίνονται δακτυλοδεικτούμενοι όσοι προσφεύγουν είναι κατακριτέα. Ο καθένας έχει το δικαίωμα, ενεργώντας νόμιμα, να κάνει ό,τι θεωρεί σωστό αναφορικά με την περιουσία του. Αυτό αποτελεί κατάκτηση και αναπόσπαστο μέρος του νομικού μας πολιτισμού.

Ας αναρωτηθούμε, ωστόσο, γιατί χιλιάδες πρόσφυγες προσφεύγουν στην Επιτροπή Ακίνητης Περιουσίας (ΕΑΠ) της Τουρκίας, η οποία έχει την έδρα της στα Κατεχόμενα, απαιτώντας ικανοποίηση των περιουσιακών τους δικαιωμάτων. Είναι δύσκολο, για παράδειγμα, να έχεις δική σου περιουσία –έστω και στα Κατεχόμενα– και να μην μπορείς να την αξιοποιήσεις, ενώ παράλληλα βλέπεις ότι ο ανορθόδοξος τρόπος πλουτισμού, η επιδειξιομανία και τα συναφή αποτελούν τον κανόνα στις ελεύθερες περιοχές. Είναι φανερό ότι ο μόνος τρόπος αποφυγής των μαζικών προσφυγών στην επιτροπή της κατοχικής διοίκησης είναι η θεραπεία της οικονομικής στέρησης που αντιμετωπίζει μέρος του προσφυγικού κόσμου.

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι κάθε προσφυγή, από οποιονδήποτε συμπατριώτη μας και αν κατατίθεται, θα πρέπει να εξυπηρετεί τους στρατηγικούς μας στόχους. Να προσθέτει, δηλαδή, μία ψηφίδα στο μωσαϊκό του τελικού μας στόχου, που δεν είναι άλλος από την επανένωση του τόπου μας. Αυτός είναι και ο λόγος που τόσο οι διακρατικές όσο και οι ατομικές προσφυγές θα πρέπει να αποτελούν μέρος μιας εθνικής στρατηγικής την οποία όλες οι κυπριακές κυβερνήσεις απέτυχαν μέχρι σήμερα να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν.

Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις την Τουρκία, και συγκεκριμένα την Τουρκία του Ερντογάν, όταν έχεις απέναντί σου τον Τατάρ, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθείς ότι υπάρχει μια στοχευμένη στρατηγική εκ μέρους τους και, βέβαια, μια επιτροπή με σημαδεμένη τράπουλα. Το δε επιχείρημα ότι, εάν δεν βρούμε το δίκιο μας, θα προσφύγουμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), φαίνεται να είναι έωλο, αφού δοκιμάστηκε με πολύ περιορισμένη επιτυχία.

Η προσφυγή της Τιτίνας Λοϊζίδου συνέβαλε σημαντικά στον αγώνα μας, μας έδωσε νομικά όπλα και άνοιξε τον δρόμο για τα επόμενα βήματα. Μετά τη νομική αυτή νίκη, είχαμε βρεθεί ως λαός σε μια ευφορία. Κάποιοι μάλιστα βιάστηκαν να πουν ότι βάλαμε την Τουρκία στον τοίχο και μπήκαμε στον δρόμο για την λύση του Κυπριακού.

Δυστυχώς, λίγα χρόνια αργότερα καταφέραμε να μας γυρίσει μπούμερανγκ η μεγάλη μας επιτυχία. Όπως εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα, στήθηκε μια μεγάλη βιομηχανία από καιροσκόπους οι οποίοι ώθησαν τους πρόσφυγες να προσφύγουν μαζικά, χωρίς επαρκή προετοιμασία στο ΕΔΑΔ. Αρκετά δικηγορικά γραφεία επωφελήθηκαν, παίρνοντας μια έτοιμη προσφυγή, αλλάζοντας το όνομα, την περιουσία και τα σχετικά στοιχεία και χρεώνοντας υπέρογκα ποσά για τις υπηρεσίες τους. Λίγο μετά το ΕΔΑΔ μας έκλεισε την πόρτα και μας παρέπεμψε στην ΕΑΠ, που εδρεύει, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, στα Κατεχόμενα. Ενδεχομένως το ΕΔΑΔ να μας χρύσωσε το χάπι λέγοντάς μας ότι το ψευδοκράτος είναι μια διοίκηση υποτελής στην Τουρκία. Ωστόσο αυτό δεν παύει να δίνει στο ψευδοκράτος μια κάποια μορφή αναγνώρισης, δεδομένου ότι οι αποφάσεις της επιτροπής πρέπει να εφεσιβάλλονται στο λεγόμενο Ανώτατο Δικαστήριο του ψευδοκράτους – μόνο τότε θα θεωρείται ότι ο αιτητής εξάντλησε τα εσωτερικά εθνικά ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του.

Τι μπορεί να γίνει από τώρα και στο εξής; Πώς μπορούμε να διασώσουμε ό,τι μπορεί να διασωθεί; Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να πούμε στον κόσμο την αλήθεια. Έγιναν χιλιάδες προσφυγές και ξοδεύτηκαν πολλά εκατομμύρια από τους πρόσφυγες. Αλήθεια, πόσοι από αυτούς έχουν αποζημιωθεί; Πόσοι κατάφεραν να εισπράξουν έστω και ένα ευρώ; Η απάντηση είναι αποκαρδιωτική: πολύ λίγοι.

Εδώ και δεκαετίες η εκμετάλλευση του προσφυγικού κόσμου δεν έχει προηγούμενο. Πολλοί από αυτούς, όταν δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα έξοδα της προσφυγής, εξαναγκάζονταν να υπογράψουν χαρτιά με τα οποία έδιναν στους δικηγόρους τους μέρος της περιουσίας τους στα Κατεχόμενα. Δηλαδή οι πρόσφυγες έχαναν για δεύτερη φορά μέρος της περιουσίας τους, πριν ακόμη την κερδίσουν. Με αυτόν τον τρόπο χάθηκαν στα χαρτιά περιουσίες προσφύγων. Οι κυβερνήσεις που πέρασαν γνωρίζουν πολύ καλά τα γεγονότα, ωστόσο ποτέ δεν παρενέβησαν. Θα καλέσει η Κυπριακή Δημοκρατία τους πρόσφυγες για να τους διαβεβαιώσει ότι αυτά τα χαρτιά είναι άκυρα και δεν θα ληφθούν υπόψη στο Κτηματολόγιο; Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα και ο Αρχιεπίσκοπος ήταν ανάμεσα σε αυτούς που παρακινούσαν τους πρόσφυγες να αποταθούν στο ΕΔΑΔ, με την υπόσχεση ότι θα αναλάμβανε τα έξοδα, στο τέλος όμως τους άφησε και αυτός «επί ξύλου κρεμάμενους».

Όμως στο Νέο Κύμα γνωρίζουμε καλά ότι η κάθε μας κίνηση θα πρέπει να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, να σταθμίζεται με βάση τι είναι ωφέλιμο σε ατομικό επίπεδο και τι επιζήμιο εθνικά, στηριζόμενοι στις μέχρι τώρα εμπειρίες μας και, βέβαια, στην κοινή λογική, έστω κι αν αυτή απουσιάζει όλα αυτά τα χρόνια από τον πολιτικό διάλογο. Για να θεραπεύσουμε το πρόβλημα και να μπορέσουμε να τροχοδρομήσουμε μια σωστή εθνική στρατηγική, θα πρέπει να εξετάσουμε δύο σημαντικές πτυχές: την οικονομική και τη νομική.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ

Δημιουργία ενός Ειδικού Ταμείου Αποζημιώσεων και Ελαφρύνσεων (ΕΤΑΕ) των ιδιοκτητών κατεχομένων περιουσιών.

Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα σοβαρό ταμείο με επαρκή ποσά. Ένα ταμείο που θα αμβλύνει τα σοβαρά προβλήματα των ιδιοκτητών στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, δίνοντας ένα ισχυρό μήνυμα στους πρόσφυγες ότι αυτή τη φορά η κυβέρνηση εννοεί αυτά που λέει.

Θα πρέπει, έστω και τώρα, να διορθωθούν αδικίες και παραλείψεις. Αυτό που έγινε στο τέλος της δεκαετίας του ’70, όταν πετούσαμε τους εκτοπισμένους σε προσφυγικούς καταυλισμούς και νομίζαμε ότι κάναμε το χρέος μας, ήταν απλώς ένα έγκλημα. Γιατί το πολιτικό σύστημα δεν εξόφλησε το χρέος του – ούτε καν με τις πενταροδεκάρες που έδωσε στα νέα ζευγάρια ή με τα δάνεια σε φοιτητές με περιουσίες στα Κατεχόμενα, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι μάλιστα να τα επιστρέψουν. Παράλληλα με αυτό το έγκλημα της πολιτικής και γραφειοκρατικής νομενκλατούρας, η δημιουργία της λανθασμένης πεποίθησης στον κόσμο ότι οι πρόσφυγες λάμβαναν τεράστιες και συνεχόμενες χορηγίες λειτούργησε αρνητικά και έπληξε το αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών.

Θα πρέπει, ταυτόχρονα, να εξεταστεί το ζήτημα των τουρκοκυπριακών περιουσιών υπό διαφορετική προσέγγιση. Κανένας μη κάτοχος περιουσίας στα Κατεχόμενα, πρόσφυγας ή μη, δεν θα πρέπει να έχει προτεραιότητα σε τ/κ περιουσία στις ελεύθερες περιοχές. Είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις όπου παραβιάζεται αυτός ο κανόνας. Έστω και τώρα, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να προβεί, με όρους διαφάνειας, σε μια νέα ανακατανομή των προς χρήση τ/κ περιουσιών. Στις περιπτώσεις που αυτό δεν είναι εφικτό, θα πρέπει να εισπράττει ενοίκια αγοράς. Η εκμετάλλευση των τ/κ περιουσιών θα πρέπει να γίνεται με απόλυτους όρους αγοράς και όλα τα έσοδα να καταλήγουν στο ΕΤΑΕ. Με την υλοποίηση των πιο πάνω, θα δημιουργηθεί ένα ταμείο το οποίο σταδιακά θα είναι σε θέση να ικανοποιεί τις ανάγκες των προσφύγων, οι οποίοι σήμερα καταφεύγουν σε μια επιτροπή με μηδενική προοπτική επανάκτησης περιουσίας, όπου, στην καλύτερη περίπτωση, θα κέρδιζαν μερικά ψίχουλα έναντι μιας τεράστιας περιουσίας.

Όλα αυτά τα χρόνια ο Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και συνέβαλε τα μέγιστα στην προσπάθεια ενίσχυσης του προσφυγικού κόσμου. Απουσιάζει όμως η πραγματική πολιτική βούληση για τον περιορισμό –τουλάχιστον– ενός μέρους των αδικιών που υφίσταται ο προσφυγικός κόσμος.

Ο Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών θα πρέπει να αναθεωρήσει τον τρόπο παροχής δανείων σε φοιτητές και παιδιά προσφύγων με υποθήκες περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου.

Τα σπουδαστικά δάνεια πρέπει να είναι μεγαλύτερης διάρκειας και να επιδοτείται πλήρως το επιτόκιο. Είναι αδιανόητο το πιο αδικημένο κομμάτι της κοινωνίας μας να αρχίζει την καριέρα του με ένα δάνειο που οι τόκοι, όσο χαμηλοί και να είναι, το κάνουν ακόμη πιο δυσβάσταχτο.

Για τα παιδιά των προσφύγων, ο υφιστάμενος συμψηφισμός του σπουδαστικού δανείου με το στεγαστικό δάνειο είναι απαράδεκτος και θα πρέπει να τερματιστεί. Τα δύο δάνεια θα πρέπει να αντιμετωπίζονται εντελώς ανεξάρτητα, όπως γίνεται και στα υπόλοιπα σχέδια.

Το επιτόκιο των δανείων που δίνονται για ιατρικούς και επαγγελματικούς σκοπούς πρέπει επίσης να επιδοτείται στην ολότητά του. Τα μέγιστα ποσά που δίνονται σήμερα πρέπει να αναπροσαρμοστούν, καθώς δεν ανταποκρίνονται στις σημερινές συνθήκες και ανάγκες.

Ο Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών έχει ήδη σοβαρές μελέτες για την ενίσχυση των ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας έναντι των χαμένων εισοδημάτων. Μία από αυτές διεκπεραιώθηκε από το Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Επικαιροποίηση της μελέτης του 2000 έγινε το 2009, η οποία και καταδεικνύει ότι η απώλεια χρήσης των περιουσιών ανέρχεται στα 15,78 δισ. ευρώ.

Με καθυστέρηση 48 χρόνων, ήρθε η ώρα των σοβαρών πολιτικών αποφάσεων, για να στηριχτούν οι άνθρωποι που υπέστησαν αυτές τις σημαντικές απώλειες. Δεν είναι μόνο δίκαιο· είναι και ο μόνος τρόπος να σταματήσει επιτέλους το ξεπούλημα των περιουσιών των Ελληνοκυπρίων στην κατεχόμενη Κύπρο. Διαφορετικά, σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν καν περιουσίες στα Κατεχόμενα.

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Η προσφυγή στο ΕΔΑΔ είναι ατομικό δικαίωμα κάθε πολίτη. Ναι, καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να τη σταματήσει.

Όταν βγαίναμε νικητές από το ΕΔΑΔ, στην περίπτωση της Τιτίνας Λοϊζίδου και όλων των διακρατικών προσφυγών της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας, με αποκορύφωμα την 4η Διακρατική, διαμορφώσαμε θετικές συνθήκες για προσφυγές στο ΕΔΑΔ. Το όφελος αυτό το αποδυναμώσαμε, δυστυχώς, όταν διάφοροι καλοθελητές με αλλότρια κίνητρα έσπρωχναν τον κόσμο να προσφύγει μαζικά στο ΕΔΑΔ. Στο τέλος αυτές οι προσφυγές προκάλεσαν μια συμφόρηση που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί, και επέδρασαν αρνητικότατα στα ατομικά δικαιώματα, παραπέμποντάς μας στην επιτροπή των Κατεχομένων. Να λοιπόν ένα συγκεκριμένο παράδειγμα που αποδεικνύει πώς ένα ατομικό δικαίωμα στερεί δικαιώματα από άλλους πολίτες.

Θα πρέπει λοιπόν η πολιτεία, σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια της χώρας, να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη επιτροπή στην οποία θα συμμετέχουν, πέραν των ακαδημαϊκών, νομικοί σύμβουλοι του κράτους, συνταγματολόγοι και ανώτεροι λειτουργοί του Κτηματολογίου. Η επιτροπή αυτή θα εξετάζει τις περιπτώσεις ιδιοκτητών περιουσιών στα Κατεχόμενα, παρέχοντάς τους συμβουλές για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να κινηθούν. Σκοπός δεν είναι η αποτροπή της προσφυγής, αλλά η συνδρομή προς τον σκοπό λήψης μιας πλήρους και αντικειμενικά ενημερωμένης απόφασης για το κάθε άτομο, χωρίς την επίδραση άλλων κινήτρων. Η προσφυγή και ο χειρισμός της είναι και θα παραμένει δικαίωμα του προσφεύγοντος, όπως και η επιλογή του νομικού του συμβούλου. Η παραπάνω επιτροπή θα λειτουργεί ως φορέας ενημέρωσης, στον οποίο θα έχει δωρεάν πρόσβαση όποιος το επιθυμεί.

Κάθε προσφυγή θα πρέπει να έχει ουσιαστικό και στρατηγικό χαρακτήρα. Θα πρέπει να προσθέτει στο «ψηφιδωτό» των εθνικών μας διεκδικήσεων. Η επιτροπή θα έχει την τεχνογνωσία να προσφέρει στον κάθε πολίτη μια αντικειμενική παράθεση των δεδομένων και μια ανάλυση της προοπτικής επιτυχίας της κάθε προσφυγής. Ωστόσο θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι η επιτροπή θα έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν θα υποκαθιστά τον δικηγόρο κανενός.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Από το 1974 το πολιτικό σύστημα κατάφερε να διασπάσει τους πρόσφυγες και να τους διαχωρίσει. Σε αυτούς που τους είπαν να έχουν έτοιμες τις βαλίτσες για να επιστρέψουν σύντομα (Αμμοχωστιανούς), σε αυτούς που τους είπαν να τις έχουν στο κάτω ράφι γιατί θα επιστρέψουν αργότερα (Μορφίτες), και σε αυτούς που τους είπαν να πετάξουν τις βαλίτσες τους γιατί δεν θα τις χρειαστούν (Κερυνιώτες). Ο διαχωρισμός του προσφυγικού κόσμου και του περιουσιακού προβλήματος υπονόμευσε βαθύτατα την εθνική μας υπόθεση. Θα χρειαστεί έντονος αγώνας όχι μόνο για την Αμμόχωστο, αλλά και για την Κύπρο ολόκληρη.

Οι πρόσφυγες δεν ζητιανεύουν. Οι πρόσφυγες απαιτούν να έχουν τα ίδια δικαιώματα με όλους τους άλλους πολίτες της Δημοκρατίας. Ωστόσο πρόσφυγες και μη πρόσφυγες θα πρέπει να αντιληφθούν ότι αυτή δεν είναι η ώρα του εγώ, αλλά η ώρα του εμείς. Ή θα κερδίσουμε όλοι μαζί ή θα χάσουμε όλοι μαζί.

Ο επικεφαλής του «Νέο Κύμα || Volt Cyprus – Η Άλλη Κύπρος» Κωνσταντίνος Χριστοφίδης είναι ο πρώτος υποψήφιος Πρόεδρος που προέρχεται από την άλλη πλευρά του Πενταδακτύλου. Πρόθεσή μας είναι να γίνουμε η φωνή αυτών των ξεχασμένων εδώ και 48 χρόνια ανθρώπων.

Το Κυπριακό δεν είναι μόνο νομικό θέμα. Είναι πρωτίστως πολιτικό θέμα. Θα πρέπει να καταβάλουμε τεράστιες προσπάθειες για να αποτρέψουμε νέα δυσμενή τετελεσμένα. Τα πράγματα είναι δύσκολα για πολλούς λόγους. Οι εταίροι μας δεν μας εμπιστεύονται. Το πολιτικό μας σύστημα έχει χάσει την αξιοπιστία του. Τα εντεινόμενα θέματα διαφθοράς μάς στερούν πολλούς δυνάμει ή ήδη υπάρχοντες συμμάχους και φίλους. Άλλωστε κανείς δεν θέλει να ταυτίζεται με χώρες που έχουν πολιτικά πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται σε δραστηριότητες αμφιβόλου νομιμότητας. Η συνεχής φαυλότητα στους κόλπους της ηγεσίας πλήττει την αξιοπιστία της χώρας. Και τα μικρά κράτη, για να επιβιώσουν, χρειάζονται ηθικό κύρος και ηθική υπεροχή. Γι’ αυτόν τον λόγο, το ξεκαθάρισμα θα πρέπει να γίνει πρώτα εκ των έσω. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν είναι μόνο οι ξένοι που χρειάζεται να εμπιστευτούν και πάλι την ηγεσία μας, αλλά πολύ περισσότερο οι πολίτες αυτού του τόπου.

ΦΑΚΕΛΟΣ «ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ»

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ακόμη περιμένουν καρτερικά να μάθουν για την τύχη των παιδιών τους, των αγαπημένων τους, για την τύχη των γονιών και των ανθρώπων τους. Πού να φανταζόντουσαν, όπως λέει ο Κώστας Μόντης, ότι:

«Αυτές οι φωτογραφιούλες ήταν απλώς
για να βγει το διαβατήριό τους
τότε που θα ’φευγαν για σπουδές.
Πού να φανταζόντουσαν πως θα παρέμεναν
να τις σφίγγουν έτσι νυχτοήμερα
τα χέρια της μάνας τους…»

Η πολιτική του «Νέο Κύμα || Volt Cyprus – Η Άλλη Κύπρος» για το θέμα των αγνοουμένων βασίζεται σε δύο άξονες:

  1. Τον σεβασμό του ανθρώπινου δικαιώματος των συγγενών όλων ανεξαιρέτως των αγνοουμένων, Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων, να πληροφορηθούν και να πειστούν πέραν πάσης αμφιβολίας για την τύχη των δικών τους.
  2. Τη νομική και ανθρωπιστική υποχρέωση της Τουρκίας να δώσει στοιχεία και πληροφορίες για την τύχη τους.

Τα δικαιώματα αυτά των συγγενών και οι συναφείς υποχρεώσεις της Τουρκίας βασίζονται στο διεθνές δίκαιο και έχουν αναγνωριστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο, τόσο στην 4η Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας, όσο και σε άλλες υποθέσεις, έχει ξεκάθαρα αποφανθεί ότι η μεταχείριση που επιφυλάσσει η Τουρκία στους συγγενείς των αγνοουμένων είναι απάνθρωπη, με το να αρνείται δηλαδή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για τη διακρίβωση και την αποκάλυψη της τύχης των αγνοουμένων, στερώντας έτσι από τους συγγενείς τις απαραίτητες πληροφορίες που θα έθεταν τέρμα στο δράμα που βιώνουν καθημερινά εδώ και δεκαετίες.

Η συνεχής προσπάθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας θα πρέπει να έχει δύο ξεκάθαρους στόχους:

  1. Να μην αφήσει να κλείσει το θέμα των αγνοουμένων της Κύπρου, όπως πάγια επιδιώκει η Τουρκία.
  2. Να αφυπνίσει τη διεθνή κοινή γνώμη, ώστε να πάρει θέση και μέτρα έναντι της εγκληματικής και απάνθρωπης πρακτικής των αναγκαστικών και βίαιων εξαφανίσεων.

Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός. Το δικαίωμα στη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο είναι ύψιστες αξίες κάθε δημοκρατικής και πολιτισμένης κοινωνίας, μα και αναγκαία προαπαιτούμενα για ένα κράτος δικαίου.

Οι πόλεμοι, οι συρράξεις, οι εισβολές γεννούν νεκρούς, τραυματίες, αγνοουμένους. Ο θρήνος για την απώλεια αγαπημένων προσώπων είναι γοερός και οι βαθιές πληγές του θανάτου απαλύνονται σταδιακά, με τη βοήθεια του χρόνου. Στην περίπτωση των αγνοουμένων, όμως, ούτε καν ο πανδαμάτωρ χρόνος δεν μπορεί να φέρει λύτρωση.

Όταν ο θάνατος των αγνοουμένων δεν έχει επιβεβαιωθεί, οι οικογένειές τους μπορεί να περιμένουν και να υποφέρουν μια ολόκληρη ζωή – ένα μαρτύριο αργό και βασανιστικό.

Το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να γνωρίζει αν τα δικά του πρόσωπα είναι νεκρά είναι αναφαίρετο και αντλεί το δικαιολογητικό του θεμέλιο από την ίδια την προστασία της ανθρώπινης ύπαρξης ως υπέρτατης αξίας του νομικού μας πολιτισμού. Γιατί κάθε άνθρωπος δικαιούται να θρηνήσει και μέσα από το πένθος, τον πόνο ή την οργή του να βρει τελικά γαλήνη και να προχωρήσει.

Η υπέρτατη αυτή ηθική αρχή έχει θεμελιωθεί και αναγνωριστεί πανηγυρικά στο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Kurt κατά Τουρκίας (1998), «η αβεβαιότητα, οι αμφιβολίες και η αγωνία των συγγενών του αγνοούμενου προσώπου προκαλούν βαριά ψυχική οδύνη και ταραχή, η οποία τους καθιστά θύματα ψυχολογικού βασανισμού».

Συνεπώς, αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με το οποίο «κανένα πρόσωπο δεν πρέπει να υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία».

Στο ίδιο πνεύμα, η Διεθνής Σύμβαση για την Προστασία Όλων των Προσώπων από Αναγκαστική Εξαφάνιση του 2006, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2010, καθιερώνει για πρώτη φορά ρητά το δικαίωμα των συγγενών να γνωρίζουν και να λαμβάνουν απαντήσεις από τις αρχές. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της εν λόγω σύμβασης, απαγορεύεται η αναγκαστική εξαφάνιση, ενώ το άρθρο 5 κατηγορηματικά ορίζει ότι «η ευρεία ή συστηματική τέλεση αναγκαστικών εξαφανίσεων συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». Περαιτέρω, στο άρθρο 18 προβλέπεται το δικαίωμα πληροφόρησης σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει έννομο συμφέρον, και ιδιαίτερα στους συγγενείς οποιουδήποτε προσώπου στερήθηκε την ελευθερία του, να γνωρίζει «σε περίπτωση θανάτου κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας, τις περιστάσεις και την αιτία του θανάτου και τον προορισμό των λειψάνων».

Παράλληλα, πέρα από τον ψυχολογικό πόνο, η παρατεταμένη αμφιβολία για το γεγονός του θανάτου θέτει την οικογένεια σε ένα επίπονο νομικό αδιέξοδο, το οποίο συνοδεύεται από πρακτικής φύσης δυσχέρειες. Το δίκαιο, για να ρυθμίσει ομαλά την κοινωνική συμβίωση, βασίζεται σε δεδομένα, με απώτερο στόχο την ασφάλεια δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, το πιστοποιημένο γεγονός του θανάτου αποτελεί το σημείο κατάργησης έννομων σχέσεων και της δημιουργίας νέων. Οποιαδήποτε ενδιάμεση κατάσταση, όπου κάποιος αντιμετωπίζεται νομικά ως ζωντανός νεκρός, αποτελεί ανωμαλία που εμποδίζει την οικογένεια του αγνοουμένου να αναπτύξει ομαλά έννομες σχέσεις, προσθέτοντας ένα ακόμη βάρος στον γολγοθά της αβεβαιότητας που βιώνει.

Είναι αυτό το καθημερινό δράμα που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει κρίνει ότι αποτελεί απάνθρωπη μεταχείριση προς τους συγγενείς. Αυτό το συνεχιζόμενο ανθρωπιστικό δράμα, λοιπόν, των συγγενών των αγνοουμένων στοιχειώνει το νησί μας και αναδεικνύει πόσο επιτακτική είναι η λύση του Κυπριακού.

Ωστόσο δεν είναι μόνο ο ατέλειωτος πόνος των οικογενειών των Ελληνοκύπριων αγνοουμένων. Δεν πρέπει να λησμονούμε και τον πόνο της άλλης πλευράς, των Τουρκοκυπρίων, που καρτερούν και αυτοί την εξακρίβωση της τύχης των δικών τους ανθρώπων.

Χρέος των εμπλεκομένων σε αυτή την τραγική ιστορία είναι να καταβάλουν κάθε προσπάθεια και να ασκήσουν όση επιρροή διαθέτουν για την εξακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων. Οφείλουμε σε αυτούς μια σωστή κηδεία. Οφείλουμε στις μανάδες και στους πατεράδες τους που έφυγαν να μάθουμε τι απέγιναν. Όχι για να εκδικηθούμε, όχι για να καταραστούμε αυτούς που προκάλεσαν τον θάνατό τους, αλλά για να θέσουμε ένα τέλος με τον σεβασμό που τους αρμόζει. Για να θεμελιώσουμε, εντέλει, μια άλλη Κύπρο πάνω σε νέες βάσεις.

Επιπλέον, με την άρνηση παροχής πληροφόρησης, καταδικάζουμε στην ουσία τους αγνοουμένους και τους συγγενείς τους σε μια οδυνηρή και τραγική λήθη. Ποτέ η απόκρυψη της αλήθειας δεν βοήθησε την Ιστορία. Ποτέ δεν εξυπηρέτησε το δίκαιο. Και σίγουρα η απόκρυψή της δεν θα βοηθήσει στην επούλωση των πληγών που άφησε η Εισβολή, ούτε και θα συμβάλει στη δημιουργία μιας κουλτούρας ανοιχτής επικοινωνίας και επίλυσης των διαφορών μεταξύ των δύο πλευρών μέσα σε πνεύμα συνεργασίας και με επίκεντρο την αγάπη για την κοινή μας πατρίδα.

Σήμερα καλούμαστε όλοι με το παράδειγμά μας να στείλουμε το μήνυμα ότι δεν είμαστε «εμείς» έναντι των «άλλων». Η βία δεν συνιστά λύση, ούτε ο διαχωρισμός και η διχοτόμηση. Η μη αποκάλυψη της αλήθειας επίσης δεν είναι λύση. Η απόκρυψή της μόνο σε στασιμότητα και αδιέξοδα οδηγεί.

Είναι αναγκαίο να πιστέψουμε πραγματικά στη δυνατότητα επίλυσης του Κυπριακού. Να προσπαθήσουμε να επανενώσουμε την πατρίδα μας, θέτοντας αυτή τη φορά τα σωστά θεμέλια και βάζοντας έναν πραγματικό επίλογο στον φάκελο «Αγνοούμενοι της Κύπρου»· έναν επίλογο που θα γαληνέψει τις ψυχές εκείνων που έφυγαν και εκείνων που περιμένουν ακόμη τα μαντάτα για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων.

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΕΝΤΕΣ

Από το 1974 μέχρι και σήμερα τα ζητήματα που αφορούν την πορεία των εγκλωβισμένων, των ανθρώπων που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, έχουν απασχολήσει πολλές φορές την Κυπριακή Δημοκρατία και τους λειτουργούς της. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και οι επανεγκατασταθέντες, οι οποίοι επιθυμούν να επιστρέψουν στα Κατεχόμενα. Οι προτάσεις του Νέου Κύματος || Volt Cyprus – Η Άλλη Κύπρος είναι οι παρακάτω:

• Άμεση κατάρτιση Μητρώου Εγκλωβισμένων με σκοπό να τους αποδοθεί η δίκαιη αποζημίωση που αποφάσισε το ΕΔΑΔ.
• Δυνατότητα στέγασης νέων/τέκνων εγκλωβισμένων με σχέδια που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους.
• Εισαγωγή πρακτικά εφαρμόσιμων κριτηρίων για το σχέδιο επανεγκατάστασης, το οποίο σήμερα εφαρμόζεται χωρίς μεγάλη επιτυχία.

Μητρώο Εγκλωβισμένων
Είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός Μητρώου Εγκλωβισμένων το οποίο θα γνωρίζει επακριβώς ποιοι είναι οι πραγματικοί εγκλωβισμένοι και ποιες οι ανάγκες τους. Ταυτόχρονα, οι διαχειριστές του Μητρώου Εγκλωβισμένων πρέπει να έχουν όλα τα απαραίτητα δεδομένα στη διάθεσή τους, ώστε να μπορούν να επιλύουν ζητήματα που αντιμετωπίζει ο κάθε εγκλωβισμένος. Το Μητρώο Εγκλωβισμένων, παράλληλα, θα επιτρέπει στους ίδιους τους εγκλωβισμένους να μη συγχέονται με τους επανεγκατασταθέντες. Εάν δεν είναι απόγονοι οικογενειών που ζουν ή έζησαν μέχρι τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων στα Κατεχόμενα, τότε ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία.

Το Μητρώο Εγκλωβισμένων θα επιτρέψει στους πραγματικούς δικαιούχους/θύματα των συνεχιζόμενων τουρκικών παραβιάσεων των δικαιωμάτων τους να πάρουν την αποζημίωση από την Τουρκία, όταν και εφόσον αυτή καταβληθεί. Τα δικαιώματα των εγκλωβισμένων συνεχίζουν να παραβιάζονται από την Τουρκία, με αποτέλεσμα οι εγκλωβισμένοι να αντιμετωπίζουν σωρεία προβλημάτων ακόμη και μετά τη μόνιμη μετάβασή τους στις ελεύθερες περιοχές.

Επανεγκατασταθέντες και οι προοπτικές του σχεδίου επανεγκατάστασης
Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο επανεγκατάστασης το οποίο να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η ουσία της όλης προσπάθειας επανεγκατάστασης πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας στις κατεχόμενες κοινότητες της χώρας θα πρέπει να είναι η δημιουργία συνθηκών για μόνιμη, βιώσιμη και αξιοπρεπή εγκατάσταση και παραμονή όσων επιλέξουν τελικά να συμμετάσχουν στο σχέδιο αυτό. Η επανεγκατάσταση νεαρών ατόμων και η προοπτική για μόνιμη και όχι περιστασιακή παραμονή, όπως και η ανάγκη για δημιουργία ουσιαστικών επαγγελματικών ευκαιριών, επαρκώς στελεχωμένων σχολείων και άλλων απαραίτητων θεσμών, είναι θέματα που θα καθορίσουν την επιτυχία του προγράμματος.

Περαιτέρω, είναι κρίσιμο να ξεκαθαριστεί το ζήτημα της λήψης επιδόματος επανεγκατασταθέντων και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι δικαιούχοι, όπως οι μέρες που πρέπει να παραμένουν στις κατεχόμενες κοινότητές τους (π.χ. τέσσερις ημέρες την εβδομάδα), σε συνδυασμό με το καθεστώς εργασίας και το κατά πόσο αυτό επηρεάζει τα δικαιώματά τους ως δικαιούχων του επιδόματος (π.χ. εργασία και κοινωνικές ασφαλίσεις).
Είναι γεγονός όμως ότι υπάρχουν πρακτικές δυσκολίες σε ό,τι αφορά τον τρόπο ελέγχου και αξιολόγησης των αιτητών για το σχέδιο επανεγκατάστασης. Λόγω της κατοχής, οι αρμόδιες αρχές δεν είναι σε θέση να εξακριβώσουν εάν όντως κάποιος διαμένει μόνιμα στις κατεχόμενες κοινότητές μας ή όχι.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι το σχέδιο επανεγκατάστασης εγκλωβισμένων ή προσφύγων στις κατεχόμενες περιοχές πρέπει, εκτός από ολοκληρωμένο, να είναι αποτελεσματικό, βιώσιμο και δίκαιο.

X