Οι «φύλακες» ως καθρέφτης της κοινωνίας

Του Παναγιώτη Χριστιά*

Ο Πλάτων έλεγε για τους φύλακες της πόλης ότι πρέπει να είναι ταυτόχρονα άγριοι και ήπιοι, βίαιοι και ειρηνικοί. Πρέπει να εμπνέουν τρόμο στους εχθρούς της πόλης και με τα άγρια ένστικτά τους και την έμφυτη βία τους να αποτρέπουν κάθε επίθεση εναντίον της. Την ίδια στιγμή, με τους πολίτες πρέπει να είναι πράοι, συγκαταβατικοί, να εμπνέουν φιλία και ασφάλεια. Το πρόβλημα λοιπόν με τους φύλακες είναι γνωστικό, χρειάζεται δηλαδή να διακρίνουν τον φίλο και τον εχθρό της πόλης. Σε αυτή τη διάκριση πρέπει να λάβουν υπόψιν τους ότι ο φίλος του σήμερα ενδέχεται να γίνει ο εχθρός του αύριο και αντίστροφα. Η διάκριση ή η απόφαση για τον φίλο και τον εχθρό γίνεται σε συνθήκες πραγματικής δράσης. Με ποια κριτήρια όμως αποφασίζουν; Αν απαντούσε κάποιος ότι τους υποκινεί ο φόβος, τότε θα προέκυπτε ένα άλλο ερώτημα. Γιατί οι φύλακες νιώθουν φόβο απέναντι σε κάποιους και ασφάλεια απέναντι σε κάποιους άλλους; Αν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, έχουμε και το γνωστικό κριτήριο με το οποίο οι φύλακες διακρίνουν φίλους και εχθρούς.

Ας ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι, αντίθετα από την Πολιτεία του Πλάτωνα, οι σύγχρονοι «φύλακες», το αστυνομικό σώμα, δεν αποτελούν φύσεις φιλοσοφικές, μια επίλεκτη ομάδα ατόμων, η οποία αποχωρίζεται από το υπόλοιπο σώμα των πολιτών και ανατρέφεται και εκπαιδεύεται από πολύ νεαρή ηλικία ειδικά για το έργο που θα κληθεί να επιτελέσει μόλις ενηλικιωθεί. Οι πλατωνικοί φύλακες, άνδρες ή γυναίκες, πρέπει να δοκιμαστούν στον φόβο σε παιδική ηλικία, πριν καν αποκτήσουν λογική και, αν αποτύχουν, δεν κρίνονται άξιοι να συνεχίσουν την εκπαίδευση. Η δοκιμασία στον Πλάτωνα είναι απλή: τα παιδιά πλησιάζουν ένα πραγματικό πεδίο μάχης. Όποιος τρομάξει και τραπεί σε φυγή είναι ακατάλληλος για φύλακας. Αντίθετα, όποιος παραμείνει ψύχραιμος και ατάραχος θεατής της μάχης είναι βέβαιο ότι στις μελλοντικές του πράξεις δεν θα αντιδρά θυμικά, αλλά θα αποφασίζει έλλογα σταθμίζοντας ορθά τον κίνδυνο και τα μέτρα αντιμετώπισής του. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με τη σύγχρονη αστυνομία. Οι «φύλακές» μας είναι μέρος της πόλης μας, σάρκα από τη σάρκα του κοινωνικού σώματός μας. Παρόλο που διακατέχονται από πάθη όπως και εμείς, φοβούνται, αντιδρούν θυμικά, έχουν άλογες προτιμήσεις, ωστόσο καλούνται να επιτελέσουν το έργο των φυλάκων του Πλάτωνα.

Επομένως, για να καταλάβουμε τη συμπεριφορά τους, πρέπει να ελέγξουμε τον εαυτό μας. Οι «φύλακές» μας είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας μας, των αξιών, των προτιμήσεων και των φόβων μας. Οι καθημερινοί φόνοι Αφροαμερικανών πολιτών από αστυνομικούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, κανονικότητα πλέον γι’αυτή τη χώρα, δεν είναι έργο μερικών ατόμων τα οποία είτε από φυλετική προκατάληψη είτε από διαταραγμένο ψυχισμό συμπεριφέρονται σαδιστικά ή πυροβολούν ψυχρά αθώους. Δεν είναι καν έργο της Αστυνομίας ως σώμα, το οποίο λειτουργεί παραβατικά προστατεύοντας τα μέλη του, αναπτύσσοντας αμφιλεγόμενες συμπεριφορές και καλλιεργώντας αμφίβολα, μη χρηστά ήθη. Τέλος, δεν είναι καν έργο της κρατικής μηχανής ή μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης, αφού οι φόνοι αυτοί λαμβάνουν χώρα είτε Πρόεδρος της χώρας είναι Αφροαμερικανός προοδευτικός είτε Λευκός αντιδραστικός. Άραγε θα βρισκόταν κανείς πιο κοντά στην αλήθεια αν το θεωρούσε συλλογικό έργο της αμερικανικής κοινωνίας, το οποίο αντανακλά τα πάθη και τις άλογες προτιμήσεις της; Και το ερώτημα βέβαια που προκύπτει είναι αν μπορούμε με έλλογο τρόπο να κατανοήσουμε τον μηχανισμό των άλογων επιλογών μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Σε ένα από τα περίφημα άρθρα του, Περί ορέξεως λόγος ουδείς (Degustibusnonestdisputandum, 1977), ο βραβευμένος με Νόμπελ οικονομολόγος Garry Becker ασκεί κριτική στην εν λόγω έκφραση, ότι δεν μπορεί να υπάρξει λογική αποτίμηση για τις αισθητικές μας προτιμήσεις και επιθυμίες. Για ποιο λόγο μάς αρέσει το κόκκινο και όχι το πράσινο, γιατί ακούμε κλασική και όχι ροκ μουσική, γιατί προτιμάμε το κρασί και όχι τη μπύρα; Δεν μπορούμε να πείσουμε κάποιον με τη χρήση του λόγου ότι οι δικές μας προτιμήσεις στα καταναλωτικά αγαθά είναι καλύτερες από τις δικές του. Αυτό ακριβώς δηλώνει ο τίτλος του άρθρου και αυτό ακριβώς αμφισβητεί ο Becker. Ο συμπεριφοριστής οικονομολόγος της Σχολής του Σικάγο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πέρα από τη φαινομενική αστάθεια των επιλογών μας, το πραγματικό εμπόρευμα που αγοράζουμε στην ουσία είναι σταθερό. Όταν αγοράζουμε συγκεκριμένες μάρκες ρούχων και αυτοκινήτων, όταν επιλέγουμε συγκεκριμένες μόδες ή τρόπους ζωής, όταν επενδύουμε σε ακίνητα ή σε συγκεκριμένα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, σε πτυχία ή σε συγκεκριμένες κοινωνικές πρακτικές, στην ουσία το πραγματικό εμπόρευμα το οποίο αγοράζουμε είναι η κοινωνική διάκριση. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι εξεγέρσεις μετά από φόνους Αφροαμερικανών όπως η τωρινή συνοδεύονται από γενικευμένες λεηλασίες εμπορικών καταστημάτων. Μολονότι, όπως πιστεύω ακράδαντα, κίνητρο των εξεγέρσεων είναι η αγανάκτηση και το κοινό αίσθημα δικαίου, οι λεηλασίες καταδεικνύουν τη νόσο που μαστίζει την αμερικανική κοινωνία. Αυτοί που σπάνε τις βιτρίνες για να κλέψουν καταναλωτικά αγαθά αποβλέπουν και αυτοί με τον δικό τους στρεβλό τρόπο στην κοινωνική διάκριση.

Συνεπώς, το κριτήριο με το οποίο κρίνουν τον φίλο και τον εχθρό οι «φύλακες» στην Αμερική είναι το ίδιο με αυτό το οποίο η αμερικανική κοινωνία κρίνει τον εαυτό της: η κοινωνική διάκριση που μοιράζει άνισα και άδικα τους πολίτες σε κοινωνικά ανώτερους και κοινωνικά κατώτερους. Το βαθύτερο πρόβλημα της αμερικανικής κοινωνίας δεν είναι τόσο αυτό καθαυτό το πάθος της κοινωνικής διάκρισης, το οποίο άλλωστε δεν λείπει από κανένα ανθρώπινο σύνολο και είναι, υπό προϋποθέσεις, χρήσιμο και ωφέλιμο για μια κοινωνία, όσο το γεγονός ότι το πάθος αυτό έχει αναχθεί σε άνευ όρων και ορίων αρχή της συγκεκριμένης κοινωνίας. Όταν μια πολιτική κοινωνία λειτουργεί υπέρμετρα με βάση μία και μοναδική αρχή αγνοώντας όλες τις άλλες, είτε αυτή είναι η κοινωνική διάκριση είτε ο εξισωτισμός, καταλήγει στον δεσποτισμό και την ανελευθερία, σημείωνε χαρακτηριστικά ο Λόρδος Acton στα 1862.

Παναγιώτης Χριστιάς είναι αν. καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου, εταίρος του ερευνητικού κέντρου «Ευρωπαϊκές Δυναμικές» του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου και μέλος του κινήματος “Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος”

X