Η λογική της κρίσης και ο διαγωνισμός ομορφιάς

Του Παναγιώτη Χριστιά*

Ο John Maynard Keynes (1883-1946), ο κορυφαίος βρετανός οικονομολόγος και άνθρωπος με στέρεη ανθρωπιστική παιδεία, στο δωδέκατο κεφάλαιο της Γενικής θεωρίας της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος (1936) αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας του χρηματιστηρίου. Σημειώνει ότι δεν υπάρχει κάποια θεωρητική «αντικειμενική» αξία των μετοχών και ότι η τιμή τους εξαρτάται από τις υποκειμενικές εκτιμήσεις των επενδυτών. Επομένως η βέλτιστη στρατηγική για έναν επενδυτή είναι να μαντέψει τι σκέφτονται οι άλλοι. Για να δώσει μια εικόνα αυτού του μηχανισμού, ο Keynes τον παρομοιάζει με τα καλλιστεία που διοργάνωνε την εποχή εκείνη μια λονδρέζικη εφημερίδα. Η εφημερίδα δημοσίευε εκατό φωτογραφίες καλλονών. Νικητής του διαγωνισμού ήταν ο αναγνώστης του οποίου οι επιλογές ήταν πιο κοντά στις έξι φωτογραφίες που αναδείχθηκαν πρώτες στις προτιμήσεις του κοινού. Ο Keynes παρατηρεί ότι δεν θα ήταν λογικό να ψηφίσει κανείς με βάση τις προσωπικές του προτιμήσεις. Η ορθή στρατηγική θα ήταν να ψηφίζει αυτό που πιστεύει ότι ψηφίζουν οι άλλοι, οι οποίοι με τη σειρά τους ψηφίζουν αυτό που πιστεύουν ότι ψηφίζουν οι άλλοι και ούτω καθεξής. Το χρηματιστήριο, καταλήγει ο Keynes, λειτουργεί όπως αυτά τα ιδιότυπα καλλιστεία. Οι επενδυτές δεν κρίνουν με βάση την «αντικειμενική» αξία των μετοχών, αλλά με βάση τις υποκειμενικές εκτιμήσεις που αποδίδουν στους άλλους επενδυτές. Είναι όμως μόνο το χρηματιστήριο ή υπάρχουν και άλλοι θεσμοί που λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο;

            Η ερώτηση αυτή γίνεται πιο ξεκάθαρη εάν ο αριθμός των κριτών είναι περιορισμένος, όπως στην περίπτωση των κλασσικών καλλιστείων. Όποιος θέλει να στοιχηματίσει στο ποια υποψήφια ή ποιος υποψήφιος θα κερδίσει θα ήταν παράλογο να αποφασίσει με βάση τις προσωπικές του ιδέες περί ομορφιάς. Πρέπει να εστιάσει στις προτιμήσεις των κριτών, εφόσον αυτοί αποφασίζουν και μάλιστα με τρόπο υποκειμενικό. Επομένως όποιος εστιάζει στους κριτές και όχι στο αντικείμενο της κρίσης προβλέπει ορθά το αποτέλεσμα. Όποιος προβλέπει το αποτέλεσμα με αυτόν τον τρόπο είναι σε θέση να το γνωρίζει ακόμη και πριν από τους ίδιους τους κριτές. Αυτή η πρόταση μπορεί να γενικευθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση κρίσης εμπεριέχει υποκειμενικό στοιχείο. Όσο περισσότερο το υποκειμενικό στοιχείο υπεισέρχεται στην κρίση, τόσο περισσότερο ισχύει η πρόταση. Απόρροια αυτού είναι ότι όποιος ελέγχει την επιλογή των κριτών ελέγχει και το αποτέλεσμα της κρίσης.

            Συνεπώς ο ουσιαστικός κρίκος της αλυσίδας κάθε συστήματος κρίσης είναι η διαδικασία επιλογής των κριτών. Αυτή ακριβώς η διαδικασία λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή των καλλιστείων του Keynes. Αυτοί που επιλέγουν τους κριτές, θέλοντας να προδικάσουν το αποτέλεσμα της κρίσης, δεν επιλέγουν τους ικανούς και ανεξάρτητους κριτές με βάση το αντικείμενο της κρίσης, αλλά ανάλογα με το τι πιστεύουν ότι θα αποφασίσουν. Η δυσμενής αυτή συνέπεια μπορεί να αποφευχθεί ακολουθώντας μια από τις δύο γνωστές στρατηγικές ή ένα συνδυασμό αυτών. Η πρώτη είναι η κλήρωση, η οποία εξασφαλίζει την απαραίτητη αμεροληψία. Η επιλογή των κριτών οποιουδήποτε σώματος πρέπει να γίνεται με κλήρωση από έναν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό υποψήφιων κριτών, ανεξάρτητων μεταξύ τους και ικανών σε σχέση με το αντικείμενο της κρίσης. Η δεύτερη στρατηγική βασίζεται στην αύξηση του αριθμού των κριτών. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των ανεξάρτητων μεταξύ τους κριτών, τόσο η κρίση τείνει να είναι ανεξάρτητη από τις προσωπικές τους προτιμήσεις και πλησιάζει την ορθότερη. Αντίθετα, όσο λιγότεροι είναι οι κριτές και όσο μικρότερος είναι ο αριθμός αυτών που τους επιλέγουν, τόσο πιο διαβλητό είναι το σώμα των κριτών ή το σύστημα της κρίσης. Θα είναι σαν να προεξοφλούσαν το αποτέλεσμα της κρίσης, πίσω από τους κριτές, αυτοί που τους επιλέγουν. Στην ουσία, θα μπορούσε έτσι να ακυρωθεί οποιοδήποτε σύστημα κρίσης μέσω της κατ’ουσίαν παράκαμψης ή ακύρωσης του σώματος των κριτών.

            Για παράδειγμα, σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, γίνεται σαφές ότι ο θεσμός του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών είναι διαβλητός. Δεδομένης δε της ισχύος του οργάνου αυτού, οι ατομικές ελευθερίες των Αμερικανών πολιτών διακυβεύονται. Ωστόσο θα ανέμενε κανείς στο Δικαστήριο αυτό να μην υπεισέρχονται υποκειμενικά στοιχεία, αντίθετα η λειτουργία του δικανικού συλλογισμού που οδηγεί σε κρίση να γίνεται με νομικούς όρους. Και στις πλείστες των περιπτώσεων έτσι ακριβώς γίνεται. Επειδή όμως το Ανώτατο Δικαστήριο αποφαίνεται και για θέματα που άπτονται των ατομικών αρχών και αξιών, όπως η αντισύλληψη, η άμβλωση, η κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων ή η θανατική ποινή, στις περιπτώσεις αυτές το υποκειμενικό στοιχείο της κρίσης κυριαρχεί και μεταφράζεται ως τρόπος ζωής, αξία και πιστεύω του κάθε ατόμου. Εκεί, ο κάθε δικαστής ερμηνεύει τους νόμους σύμφωνα με τις αρχές του, και μάλιστα με τρόπο συστηματικό, γεγονός που τον καθιστά προβλέψιμο. Γιατί τι θα ήταν μια ουδέτερη ή ορθή ερμηνεία των νόμων σε σχέση με τέτοια ζητήματα; Τέτοιες σημαντικές αποφάσεις μάλλον δημιουργούν παρά εφαρμόζουν τον νόμο. Γι’αυτό τον λόγο, πάνω σ’αυτά τα θέματα αυτά υπάρχουν όχι απλά διαφωνίες, αλλά συστηματικές αντιδικίες ανάμεσα σε υπερσυντηρητικούς και προοδευτικούς δικαστές. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι η διαφωνία καθ’εαυτή, η οποία συχνά είναι σημάδι υγείας και ακμής ενός σώματος, αλλά η συστηματική διαφωνία, που υποδεικνύει την ύπαρξη ιδεολογικών στρατοπέδων.   

            Στον θεσμό του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών δυο πράγματα είναι δυσλειτουργικά: ο αριθμός των δικαστών και ο τρόπος επιλογής τους. Στο ισχύον πλαίσιο, εννέα ανώτατοι δικαστές διορίζονται από τον Πρόεδρο της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ ο διορισμός του κάθε δικαστή εγκρίνεται ή απορρίπτεται από τη Γερουσία. Το πρόβλημα είναι ότι, μέσω του μηχανισμού των κομμάτων, ο Πρόεδρος ελέγχει και τη Γερουσία. Άραγε δεν θα ήταν καλύτερα να υπάρχουν τριάντα ένας δικαστές που θα επιλέγονται, ο καθένας ξεχωριστά, με κλήρωση από ένα σύνολο πενήντα κατά κοινή ομολογία ικανών δικαστικών; Παραδοσιακά, οι δημοκρατικοί Πρόεδροι επιλέγουν προοδευτικούς δικαστές, ενώ οι ρεπουμπλικάνοι προτιμούν από συντηρητικούς έως υπερσυντηρητικούς. Παρόλα αυτά τους επιλέγουν με κριτήριο τα πιστεύω και την ιδεολογία τους, προσπαθώντας να προδιαγράψουν τον προοδευτικό ή συντηρητικό χαρακτήρα των μελλοντικών αποφάσεων του ανώτατου οργάνου. Λόγω δε της ισοβιότητας των δικαστών του, ο κίνδυνος αυτή τη στιγμή το Ανώτατο Δικαστήριο να εγκλωβισθεί για δεκαετίες σε έναν άκρως συντηρητικό τρόπο σκέψης και λήψης αποφάσεων, συμβάλλοντας έτσι στην οπισθοδρόμηση της αμερικανικής κοινωνίας, είναι ορατός. 

*Ο Παναγιώτης Χριστιάς είναι Αν. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου, εταίρος του ερευνητικού κέντρου «Ευρωπαϊκές Δυναμικές» του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου και μέλος του κινήματος “Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος”

X