Νέο Κύμα

Αυτονόμηση των δημόσιων σχολείων: ας τους δώσουμε τη δύναμη που τους αξίζει, για να τα αγαπήσουμε και πάλι

Της Νικολέττας Χριστοδούλου*

Όπως και να το δούμε, όπως και να το σκεφτούμε, απ’ όπου και να το πιάσουμε, η αυτονόμηση των σχολείων πρέπει να θεωρείται επιτακτική ανάγκη. Το αίτημα για την αυτονόμηση των σχολείων είναι πιο επίκαιρο και επιτακτικό από ποτέ. Διάβασα και άλλα άρθρα και απόψεις που γράφτηκαν κατά καιρούς γι’ αυτό το θέμα. Αυτό το σύντομο άρθρο έρχεται να προστεθεί σ’ αυτές τις φωνές και προσπάθειες.

Είμαι βέβαιη ότι ο κάθε λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι δυνατόν ένας οργανισμός να ελέγχει όλα τα σχολεία της χώρας. Το Υπουργείο Παιδείας το κάνει μεν, και σίγουρα με όλη την καλή διάθεση για ποιοτική εκπαίδευση, βλέπουμε όμως τα αποτελέσματα: αναποτελεσματικότητα, έλλειψη ευελιξίας και ταχύτητας στη λήψη αποφάσεων που λαμβάνονται για τα σχολεία μας και το εκπαιδευτικό σύστημα, έλλειψη οράματος, αποστολής και στόχου, απουσία μοναδικότητας και ποιότητας στη διδασκαλία και τη μάθηση. Ως αποτέλεσμα έχουμε ένα γραφειοκρατικό, συγκεντρωτικό, βραδυκίνητο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό μας το είχαν πει και το 1997 οι εμπειρογνώμονες της UNESCO, οι οποίοι είχαν κληθεί να μελετήσουν το εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου˙ η γνωμάτευσή τους είχε αποτυπωθεί τότε στη σχετική τους έκθεση.

Γιατί όμως το Υπουργείο δεν είναι δυνατόν να διοικεί αποτελεσματικά τόσα πολλά σχολεία ταυτόχρονα; Ας δούμε το όλο θέμα λίγο μεταφορικά. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, ένας οργανισμός ή μια εξουσία να ήταν ο άρχοντας όλων των σπιτιών της Κύπρου. Σκεφτείτε, αντί να κάνετε εσείς κουμάντο στο σπίτι σας – πάντα στο πλαίσιο του σεβασμού του περιβάλλοντος, της κοινότητας στην οποία βρίσκεστε και των αρχών και των νόμων του κράτους – να σας λέει κάποιος άλλος τι να κάνετε. Σκεφτείτε κάποιος άλλος να παίρνει αποφάσεις, γενικά και καθολικά, για τις αγορές των προμηθειών, το καθάρισμα, το μαγείρεμα, την διακόσμηση, το πώς θα συμπεριφερθείτε μέσα στο σπίτι σας, ποιος θα κάνει τι ή ποιος μπορεί να κάνει τι, τι και πώς θα μάθουμε κλπ. και ακόμα χειρότερα, χωρίς να σας λέει το ‘γιατί’. Γιατί πρέπει να τα κάνουμε όλα αυτά; Κάπου εδώ θα χανόταν η μοναδικότητα του σπιτιού σας, αλλά και η δική σας μοναδική ευκαιρία έκφρασης του ποια/ος είστε. Κάπου εδώ θα χανόταν το ταλέντο σας, γιατί απλά θα έπρεπε να προσαρμοστείτε στα πρότυπα που έβαλαν οι άλλοι, και γιατί απλά θα γινόσασταν κι εσείς όπως όλοι οι άλλοι. Αντίθετα, ένα αυτόνομο σπίτι θα είχε τον δικό του χαρακτήρα, θα το διοικούσατε εσείς, θα ήσασταν οι κυρίαρχοι, και μαζί με την ομάδα σας – που στην προκειμένη περίπτωση θα ήταν οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές και η κοινότητα – θα αποφασίζατε πώς θα ήταν πιο σωστά και αποτελεσματικά να το λειτουργήσετε, με βάση τους πόρους και τις πηγές που έχετε, τα ταλέντα και τις ανάγκες σας, τόσο τις δικές σας όσο και των συμμετεχόντων.

Με την αυτονόμηση των σχολείων θα πετύχουμε την εξάλειψη του υπέρμετρου συγκεντρωτισμού στην εκπαίδευση και θα μεταφερθεί η δύναμη, η ευθύνη και η εξουσία στις τοπικές κοινότητες και στα σχολεία, αφού θα αποφασίζουν για καίρια ζητήματα που αφορούν την εκπαιδευτική διαδικασία (EASNIE, 2017). Με την αυτονόμηση του δημόσιου σχολείου, το οποίο και θα παραμείνει δημόσιο – αφού δεν νοείται παιδεία, δημοκρατία, ισότητα, δικαιοσύνη χωρίς δημόσια εκπαίδευση – το κάθε σχολείο θα μπορεί να αποφασίζει και να διεκδικεί με βάση τις πραγματικές του ανάγκες. Το σχολείο θα παραμείνει δημόσιο με την έννοια ότι δεν θα εξαλειφθεί η εμπλοκή του κράτους σε κάποια θέματα όπως η παροχή του γενικότερου πλαισίου λειτουργίας του, η φιλοσοφία του σχολείου ο σχεδιασμός του αναλυτικού προγράμματος. Και, βέβαια, τα παιδιά θα εξακολουθήσουν να φοιτούν δωρεάν. Σε συγκεντρωτικά συστήματα, ένας κεντρικός φορέας ελέγχει τη χρηματοδότηση, το προσωπικό και τους πόρους και επίσης διαχειρίζεται την πολιτική, το αναλυτικό πρόγραμμα και την αξιολόγηση (Androniceanu και Ristea, 2014). Πολλοί ερευνητές, όμως (Androniceanu και Ristea, 2014; Busemeyer, 2012; Urbanovič και Patapas, 2012) προτείνουν ότι, σε αποκεντρωμένα συστήματα, οι πόροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν πιο αποτελεσματικά. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε βελτιωμένη απόδοση των μαθητών, υψηλότερη ικανοποίηση των γονέων και αποτελεσματικότερη και δικαιότερη απόδοση ευθυνών με τη συμμετοχή και την υποστήριξη της κοινότητας (EASNIE, 2017). Το κάθε αυτόνομο, δημόσιο σχολείο θα μπορεί να αποφασίσει για σημαντικά ζητήματα που θα αφορούν τη λειτουργία του και για θέματα ποιότητας στη διδασκαλία και την μάθηση, συμπεριλαμβανομένης και της εφαρμογής του αναλυτικού προγράμματος και των αναγκών σε εκπαιδευτικό προσωπικό. Το κάθε σχολείο θα προσπαθεί για την αριστεία: διαρκώς να γίνεται καλύτερο, προσλαμβάνοντας τους καλύτερους εκπαιδευτικούς, τα καλύτερα μέσα, πηγές και πόρους και πάντα με σεβασμό στον τόπο που βρίσκεται, τα παιδιά που υπηρετεί και την κοινότητα που το φιλοξενεί. Αυτό είναι σημαντικό καθότι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο αυξημένος ανταγωνισμός μεταξύ των τοπικών σχολείων μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα (Urbanovič και Patapas, 2012; Busemeyer, 2012). Επιπλέον, η δημιουργία μικρότερων, πιο ευέλικτων μονάδων μπορεί να βοηθήσει στην εξάλειψη της αδράνειας και της γραφειοκρατίας των μεγαλύτερων συστημάτων (EASNIE, 2017).

Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να είναι αυτό που βασίζεται στην κοινότητα, στην έρευνα, στον τόπο κλπ. Τα μοντέλα αποκέντρωσης που συζητούνται πιο συχνά στην έρευνα (για παράδειγμα, Radó, 2010; Bernbaum, 2011) είναι η αποκέντρωση, η εκχώρηση αρμοδιοτήτων, η αποσύνδεση από την κεντρική εξουσία και το αντιπροσωπευτικό σύστημα (EASNIE, 2017). Τα δημόσια σχολεία θα μπορούσαν να λειτουργούν όπως λειτουργούν τα ιδιωτικά σχολεία και τα (δημόσια και ιδιωτικά) πανεπιστήμια ενός τόπου, που είναι πιο αυτονομημένα, θα παραμένει αδιαπραγμάτευτο όμως ότι αυτά είναι δημόσια. Πάντως, όταν αποφασίσουμε για το ότι αυτό είναι το μοντέλο που θέλουμε, τότε τα υπόλοιπα – πώς θα προσλαμβάνονται οι εκπαιδευτικοί, πώς θα μεριμνά το σχολείο για τη δια βίου ή συνεχιζόμενη εκπαίδευση, την επιμόρφωση και την ανάπτυξη των κινήτρων και του ενθουσιασμού τους  – λύνονται.

Γενικότερα, είναι αλήθεια ότι χρειάζεται περισσότερη έρευνα για την αυτονόμηση των σχολείων. Σε ακαδημαϊκό επίπεδο στην Κύπρο υπάρχουν κάποιες έρευνες και σχετική βιβλιογραφία (π.χ. δες Nicolaidou και Pashiardis, 2016). Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει επιτευχθεί η παραμικρή πρόοδος επί του θέματος, παρότι συχνά πυκνά το Υπουργείο κάνει λόγο για θέματα που δίνουν την αίσθηση της μεταφοράς της δύναμης και της ανάθεσης της ευθύνης στα σχολεία, όπως, για παράδειγμα, η πρωτοβουλία να αποφασίσουν για τις ανάγκες επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών της κάθε σχολικής μονάδας, να συγκεντρώσουν σε λίστα τις ανάγκες τους, όπως π.χ. τώρα με τον κορωνοϊό αλλά η ουσία παραμένει: το σχολείο είναι πολύ συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και αδιάλλακτο.

Σίγουρα η αυτονόμηση δεν είναι πανάκεια και εφαρμόζοντάς την δεν σημαίνει ότι αυτόματα θα λυθούν όλα τα προβλήματα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το πώς σκεφτόμαστε. Και αυτό είναι που πρέπει να αλλάξουμε: χρειαζόμαστε μια πιο ευέλικτη σκέψη για το τι σημαίνει εκπαίδευση, μάθηση, διδασκαλία και σχολείο ως θεσμός. Ακόμα και αν η αυτονόμηση επιτευχθεί, θα απαιτείται συνεχής προσπάθεια για να παραμένει επικαιροποιημένη, τρέχουσα, σύγχρονη και να επιτυγχάνει κάθε χρόνο σπουδαία αποτελέσματα. Τίποτα από μόνο του, αυτόματα, δεν παραμένει καλό, αφού στον χρόνο φθείρεται: ό,τι γίνεται θεσμός και αρχίζει να εκλαμβάνεται ως δεδομένο, αυτόματα αποκτά μια μονιμότητα και δύναμη που αποτρέπει την αυτο-βελτίωση, την κρίση, την αυτο-αξιολόγηση, την ευελιξία και την διαρκή αλλαγή. Πάντα χρειάζεται ο διαρκής αγώνας και η προσπάθεια για να διατηρείται κάτι σε ψηλά επίπεδα. Και τα αποτελέσματα αυτά πάντα έχουν να κάνουν με την καλύτερη δυνατή μάθηση, την καλύτερη δυνατή διδασκαλία, τον καλύτερο δυνατό τρόπο να βοηθηθούν να γνωρίσουν και να βρουν τους τρόπους να αναπτύξουν οι μαθητές τις δυνατότητές τους και να φτάσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.

Σκεφτείτε αυτήν την εικόνα: τα σχολεία να λένε στο ΥΠΠΑΝ τι χρειάζονται για να γίνουν καλύτερα και αυτό να είναι υπεύθυνο να ανεύρει τους πόρους και τις λύσεις για να συνεισφέρει στη διευκόλυνση του αιτήματός τους. Δηλαδή, ένα από κάτω προς τα πάνω μοντέλο διαχείρισης ενώ τώρα ισχύει το αντίθετο: το Υπουργείο, οι γραφειοκράτες και οι τεχνοκράτες προστάζουν και τα σχολεία διεκπεραιώνουν. Αυτό δημιουργεί πανομοιότυπα σχολεία και απαιτήσεις για όλους τους μαθητές: «συσκευασία» των μαθητών στο ίδιο πακέτο, όσο διαφορετικοί κι αν είναι, όσο μοναδικές κι αν είναι οι δεξιότητες και σπουδαίες οι δυνατότητές τους, όσο μοναδικός κι αν είναι ο τόπος όπου βρίσκεται το κάθε σχολείο. Έτσι, έχουμε ίδια πρότυπα και απαιτήσεις από όλους και για όλους. Πού πάει η προώθηση και η προάσπιση της διαφορετικότητας, όποια κι αν είναι αυτή; Το ΥΠΠΑΝ θα μπορούσε να είναι ο χώρος που δημιουργεί το πλαίσιο της εκπαίδευσης, που εμπνέει μέσα από το αναλυτικό πρόγραμμα και που διευκολύνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθούν τα σχολεία για να κάνουν την έρευνα, την διδασκαλία, τη μάθηση, με σκοπό να υπηρετήσουν τους μαθητές τους ώστε να φτάσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, να διευκολύνουν τη μάθηση και να προωθήσουν τους διαφορετικούς τρόπους μάθησης μέσα από διερεύνηση και με εμπειρίες που έχουν νόημα. Το κάθε σχολείο είναι το σπίτι των παιδιών και γι’ αυτό πρέπει να τα σέβεται. Επίσης, το κάθε σχολείο πρέπει να συμβάλλει στην αναβάθμιση της κοινότητας που το φιλοξενεί και της κοινότητας που, στη συνέχεια, τα παιδιά θα υπηρετήσουν. Επομένως, τα παιδιά σε ένα σχολείο στο Τρόοδος πρέπει να μάθουν να αξιοποιούν τον χώρο εκεί με αγάπη, να μάθουν να παίρνουν από τον τόπο και να δίνουν πίσω στον τόπο˙ το ίδιο και σε μια παραλιακή πόλη, όπως και σε μια καθαρά αστική πόλη. Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν να είναι μέρος και φίλοι με το περιβάλλον που τα φιλοξενεί˙να μαθαίνουν πώς εμείς πρέπει να δουλεύουμε μαζί με το περιβάλλον, ώστε η ζωή μας να είναι καλύτερη, αντί να το αντιμαχόμαστε, να το πολεμούμε και να δουλεύουμε χώρια από αυτό.

Έτσι, λοιπόν:

  • Το κάθε σχολείο πρέπει να διοικείται από μόνο του και αυτό πρέπει να λέει στο Υπουργείο Παιδείας τι χρειάζεται: το Υπουργείο να εκτελεί τις οδηγίες του κάθε σχολείου και να το διευκολύνει να κάνει τη δουλειά του.
  • Διαφορετικά πρέπει να λειτουργεί ένα σχολείο στο Τρόοδος, διαφορετικά ένα σχολείο κοντά στη θάλασσα και διαφορετικά ένα σχολείο στην πόλη.
  • Οι δημιουργικοί και οι κατάλληλοι διευθυντές σε αυτά τα σχολεία θα ξέρουν τι να κάνουν ως σπουδαίοι ηγέτες της σχολικής μονάδας. Οι σπουδαίοι ηγέτες, μαζί με τους εκπαιδευτικούς και με τα παιδιά θα μπορούν να κάνουν θαύματα. Στην Κύπρο σαφώς και έχουμε λαμπρά παραδείγματα, αλλά οι τολμηροί που κάνουν την αλλαγή στο σχολείο τους είναι λίγοι. Μπορούμε όμως να πάρουμε μαθήματα από αυτά τα σπουδαία παραδείγματα.
  • Τα αυτονομημένα σχολεία σε μια σχολική περιφέρεια θα μπορούν να συνεργάζονται μεταξύ τους για να εξασφαλίσουν καλές υποδομές ή να βελτιώσουν τις υφιστάμενες και την πρόσβαση σε αυτές (π.χ. πισίνες, γήπεδα κ.λπ.), ώστε να συμβάλλουν και αυτά στο έργο της διδασκαλίας και της μάθησης.

Συνοψίζοντας:

Ένα σχολείο πρέπει να χειρίζεται τα του οίκου του.

Το ΥΠΠΑΝ πρέπει να λαμβάνει τις οδηγίες από το κάθε σχολείο και να διεκπεραιώνει αυτά που ζητά το σχολείο. Άρα ο ρόλος του θα είναι διεκπεραιωτικός και να διευκολύνει. Να είναι δηλαδή στην υπηρεσία των σχολείων.

Τα σχολεία πρέπει να υπάρχουν για τα παιδιά και όχι τα παιδιά για τα σχολεία. Με άλλα λόγια, τα σχολεία πρέπει να υπάρχουν επειδή υπάρχουν παιδιά και όχι τα παιδιά να υπάρχουν επειδή υπάρχουν σχολεία.

Στόχος όλων των σχολείων, όμως, όπου και αν βρίσκονται, και όλου του εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να είναι ένας: Να βοηθά τα παιδιά να φτάνουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.

Οι προσλήψεις μπορούν να γίνονται από επιτροπές όπως, για παράδειγμα, στα Πανεπιστήμια (δημόσια και ιδιωτικά) και στα ιδιωτικά σχολεία. Επίσης, μπορούν να μελετηθούν μοντέλα και άλλων οργανισμών που δίνουν έμφαση στο έργο και την προσωπικότητα των υποψηφίων.

Οι ηγέτες των σχολείων πρέπει να έχουν όραμα. Το όραμα αυτό να βάζει τα παιδιά στην πιο κεντρική θέση και οι ηγέτες να είναι στην υπηρεσία των παιδιών.

*Η Δρ. Νικολέττα Χριστοδούλου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Αναλυτικών Προγραμμάτων και Διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο Frederick και Συντονίστρια της ΘΕ Παιδεία στο «Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος».

Βιβλιογραφικές Πηγές

European Agency for Special Needs and Inclusive Education (EASNIE). (2017). Decentralisation in Education Systems – Seminar Report. (V.J. Donnelly, E. Óskarsdóttir and A. Watkins, eds.). Odense, Denmark.

Grosskopf, S., Hayes, K., Taylor, L.L. et al. Centralized or decentralized control of school resources? A network model. J Prod Anal 43, 139–150 (2015). https://doi.org/10.1007/s11123-013-0379-2

Nicolaidou-Solomou, G., & Pashiardis, P. (2016). An effective school autonomy model: Examining headteachers’ job satisfaction and work-related stress. International Journal of Educational Management, 30(5), 718-734. https://doi.org/10.1108/IJEM-05-2015-0054

Schiefelbein, E., & Mcginn, N. (2017). Learning to Educate: Proposals for the Reconstruction of Education in Developing Countries. Rotterdam, Netherlands: Sense Publishers. DOI  – 10.1007/978-94-6300-947-8_9

X