Αν όχι τώρα, πότε;

Του Κωνσταντίνου Χριστοφίδη*

Εδώ και πολλά χρόνια, παραμονές των βουλευτικών εκλογικών αναμετρήσεων, ζούμε σε επανάληψη το θέατρο του παραλόγου. Τα κόμματα, σε μια έσχατη προσπάθεια να ξεπλύνουν κακές πρακτικές, τη φθορά και τη διαφθορά τους, τρέχουν πίσω από «καθαρούς», συχνά αμόλυντους από την πολιτική, πολίτες για να στολίσουν τα ψηφοδέλτιά τους. Τους γεμίζουν υποσχέσεις για νέα ξεκινήματα, για ουσιαστικό λόγο και έκφραση μέσα στα κομματικά κονκλάβια, προσπαθώντας να τους πείσουν για συμπόρευση. Αντιλαμβανόμαστε ότι, λόγω της γενικότερης απαξίωσης των πολιτών προς τα κόμματα, η πρακτική προσέλκυσης προσωπικοτήτων ευρείας κοινωνικής αναγνώρισης (γιατρούς, καθηγητές, επαγγελματίες, δημοσιογράφους, αθλητές κ.λπ.), καθίσταται για τα κόμματα σημαντική ενέργεια προς τη βελτίωση της γενικότερης εικόνας τους. 

Ενώ η προσπάθεια αυτή φαίνεται να είναι επαινετή, υποκρύπτει υστεροβουλία. Γιατί; Διότι, ουσιαστικά, ενστερνιζόμενα δήθεν το «καλό», τα κόμματα καταφέρνουν να βάζουν εμπόδια σε κάθε προσπάθεια δημιουργίας κάτι αυθεντικά καινούργιου, αφαιρώντας από καταξιωμένες προσωπικότητες την προοπτική να διαδραματίσουν αυτόνομο πολιτικό ρόλο, κατοχυρώνοντας έτσι την κομματική εξουσία. Με λίγα λόγια, βγάζουν από τη μέση άτομα που θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά. Παράλληλα, οι αρχηγοί των κομμάτων, με το κουκλοθέατρο των αριστίνδην και των νέων δυνάμεωΝ, παίζουν τα δικά τους παιχνίδια εσωτερικών ισορροπιών. Δυστυχώς, αυτοί που τους πιστεύουν, ίσως άθελά τους, μετατρέπονται συχνά σε πολιτικές γλάστρες στα μιντιακά σκηνικά των κομμάτων. Τους περισσότερους, βέβαια, οι ανελεύθεροι κομματικοί μηχανισμοί τους εξοντώνουν ή, το λιγότερο μέχρι την επόμενη αναμέτρηση, τους έχουν απορροφήσει στο υφιστάμενο σύστημα. 

Αν, για παράδειγμα, τα κόμματα επιθυμούσαν πραγματικά τη βελτίωση του επιπέδου της Βουλής, θα στήριζαν την οριζόντια ψηφοφορία. Δεν το κάνουν βέβαια, γιατί θέλουν να έχουν και τη Βουλή και το κράτος υπό τον έλεγχό τους. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι οι βουλευτές που ψηφίζουν τα υπέρογκα προνόμια που απολαμβάνουν. Είναι οι ίδιοι που εργοδοτούν, με κρατικά χρήματα, κομματικούς έμμισθους που υπηρετούν πολύ περισσότερο τη δική τους πολιτική προοπτική παρά το συμφέρον του τόπου. Είναι οι ίδιοι, επίσης, που ψηφίζουν την τεράστια επιχορήγηση, 13 σχεδόν εκατομμύρια από τον κρατικό προϋπολογισμό προς τα κόμματα κάθε χρόνο. Πρόκειται για τεράστιο ποσό σε σχέση με το οικονομικό μέγεθος της Κύπρου. 

Φυσικά η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τις στρατηγικές των κομμάτων για στελεχιακό ξέπλυμα αλλά και τους λογής-λογής καιροσκόπους, τους ευκαιριακούς κοινοβουλευτικούς θαμώνες και τους τουρίστες της πολιτικής που δεν έχουν να φέρουν τίποτα καινούριο και το μόνο που κάνουν είναι να συναινούν στην προσπάθεια αυτοσυντήρησης και εικονικής ανανέωσης του κατεστημένου. 

Είναι αναγκαίο και χρήσιμο για τον τόπο να δούμε επιτέλους κατάματα την πολιτική πραγματικότητα. Το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να αλλάξει απλά και μόνο εμβολιάζοντας τις κομματικές κοινοβουλευτικές ομάδες με αριστίνδην προσωπικότητες. Δεν μπορεί να αλλάξει απλούστατα γιατί είναι βαθιά διεφθαρμένο. Ένας βουλευτής περισσότερο ή ένας βουλευτής λιγότερο δεν θα κάνει διαφορά. Αν κοιτάξει κανείς διαχρονικά την ιστορία του κυπριακού κοινοβουλευτισμού, μπορεί εύκολα να καταλήξει στην πιο πάνω διαπίστωση. 

Το πολιτικό σύστημα που μας κυβερνά από το 1960 έχει ξοφλήσει. Το ίδιο το σύστημα δεν μπορεί να υιοθετήσει μιαν άλλην ηθική στην πολιτική γιατί, απλούστατα, αν το κάνει, είναι σαν να επιλέγει την αυτοκτονία του. Χρησιμοποιώντας επίκαιρους όρους, τα κόμματα φαίνεται να έχουν υψηλή ανοσία. Η πανδημία της διαφθοράς δεν αντιμετωπίζεται με παλιά φάρμακα. Η θεραπεία χρειάζεται νέες ιδέες, τόλμη, διαφορετική σκέψη, αποτελεσματική πρακτική. Και πάνω απ’ όλα, καθαρά χέρια. 

Το φθαρμένο πολιτικό σύστημα θα αλλάξει μόνο μέσα από ανατροπή, με τη βοήθεια μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής δύναμης που θα γεννηθεί από μέσα και θα αμφισβητήσει, θα ανατρέψει και θα οικοδομήσει ξανά ό,τι είναι σάπιο. Ο τόπος θα αλλάξει μόνο μέσα από μεγάλες και ουσιαστικές μεταβολές, οι οποίες θα βάλουν στο περιθώριο πρακτικές που τον έφεραν στο χείλος της καταστροφής. Επειδή οι πρακτικές της διαφθοράς και του πελατειακού κράτους δεν είναι απρόσωπες, θα μπουν στο περιθώριο μόνο όταν οι πρωταγωνιστές τους εξοβελιστούν από τον δημόσιο βίο. 

Ο ρόλος των καταξιωμένων σε διάφορους επαγγελματικούς χώρους  ανθρώπων του τόπου μας, δεν είναι να μετατρέπονται σε ουρά κάποιων κοινοβουλευτικών ομάδων. Ο ρόλος του διανοούμενου, του επιστήμονα και του τεχνοκράτη δεν είναι να αποτελεί το τελευταίο βαγόνι ενός τραίνου που οδηγείται από μια κεντρική επιτροπή, η οποία προ-αποφασίζεται προσυνεδριακά από κάποιους εξ επαγγέλματος κομματικούς κομισάριους. Ο ρόλος των ανθρώπων της γνώσης και της προσφοράς δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ρεζέρβα της κομματικής συντήρησης, υψώνοντας τα ποσοστά τους με μερικές εκατοστιαίες μονάδες. Ο ρόλος των ανθρώπων του πνεύματος δεν είναι να ρίχνει σωσίβια στα κατεστημένα και στις ηγεσίες τους. Δεν είναι δυνατόν άνθρωποι με κοινωνική προσφορά να μετατρέπονται σε μαϊντανούς κοινοβουλευτικών ομάδων και μικροπολιτικών στόχων. Ο ρόλος της διανόησης δεν είναι ρόλος οπισθοφυλακής, δεν είναι ρόλος γεμιστών για τα ντουφέκια των άλλων. 

Ο ρόλος της διανόησης, των επιστημόνων, και των ανθρώπων του πνεύματος είναι ρόλος πρώτης γραμμής, είναι ρόλος “μπαρουτοκαπνίσματος”, είναι ρόλος κοινωνικής αντίστασης, είναι ρόλος αμφισβήτησης και προοπτικής.

Με αυτά τα δεδομένα, η επιλογή της διανόησης είναι ξεκάθαρη. Είναι ιστορικό της καθήκον να συνταχτεί με την κοινωνική δυσαρέσκεια για την αθλιότητα του δημόσιου και τη στράτευση για ριζοσπαστική μεταρρύθμιση. Σήμερα που η πολιτική ελίτ βρίσκεται σε ρήξη με την κοινωνία, σήμερα είναι η ώρα της δημιουργίας ενός ριζοσπαστικού πολιτικού ρεύματος αλλαγής.

Αυτός είναι ο λόγος που φτιάξαμε το Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος, όπως συχνά λέει και ο καθηγητής Χριστόφορος Πισσαρίδης. Για να δώσουμε στον τόπο, και ειδικά στους νέους του, ένα καινούριο όραμα, μια νέα προοπτική, όπου αξία θα έχουν οι δημιουργοί, όχι οι κολλητοί! Και ζητάμε από τους διανοούμενους, τους επιστήμονες, τους τεχνοκράτες να συμπραχθούν μαζί μας στην προσπάθεια μας αυτή.

*Ο Κωνσταντίνος Χριστοφίδης είναι καθηγητής, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου και Γενικός Συντονιστής του κοινωνικο-πολιτικού κινήματος «Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος».

X