Νέο Κύμα

Το Κυπριακό Ζήτημα στη δίνη των γεωπολιτικών ανακατατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο

Fernard Braudel (1902-1985): «Τι είναι Μεσόγειος; Είναι χίλια πράγματα μαζί. ∆εν είναι ένα µόνο τοπίο αλλά αμέτρητα τοπία. ∆εν είναι μια θάλασσα αλλά διαδοχή θαλασσών. ∆εν είναι ένας πολιτισμός, αλλά πολιτισμοί που συσσωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο.»

1.         Εισαγωγή

2.         Σημερινή Κατάσταση, Επιλογές και Προκλήσεις

2.1       Ενιαίο Κράτος

2.2       Status quo

2.3       Δύο Κράτη

2.4       Συνομοσπονδία

2.5       Προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία

2.6       Ομοσπονδία

3.         Η ιδέα της δημιουργίας «Ειδικής Ζώνης» στο πλαίσιο επίλυσης του κυπριακού προβλήματος

3.1 Πρόταση

3.2 Αποχώρηση Κατοχικών Στρατευμάτων

3.3 Οι Διεθνείς Σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας

3.4 Η Λειτουργικότητα του Κράτους και το Κοινοτικό Πλαίσιο

3.5 Διεθνείς εγγυήσεις

3.6 Η Προεδρία και Αντιπροεδρία της Χώρας

4.         Ενδιάμεση στρατηγική της Κυπριακής Δημοκρατίας

4.1 Το πλαίσιο του ΓΓ του ΟΗΕ και ο διεθνής παράγοντας

4.2 Συνεχής Επιστημονική Ανάλυση

4.3 Ευρεία Πολιτική Συναίνεση

5.         Συμπεράσματα

6.         Επίλογος

  1. Εισαγωγή

Το κείμενο που ακολουθεί αναφορικά με το Κυπριακό Ζήτημα έχει ως στόχο να αποτελέσει τη βάση για συζήτηση και γόνιμο προβληματισμό ανάμεσα στα μέλη και στους φίλους του «Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος» αλλά και την ευρύτερη κοινωνία. Συνιστά μια προσπάθεια να ξεπεραστεί η στερεοτυπική και επιφανειακή συζήτηση (μέσα και έξω από την Κύπρο) που στήθηκε γύρω από το θέμα εδώ και εξήντα χρόνια.

Είναι φανερό ότι το Κυπριακό βρίσκεται και πάλι ενώπιον μιας εξαιρετικά πιεστικής συγκυρίας, η οποία απαιτεί σαφή στρατηγική και προσεκτικούς χειρισμούς. Οι σημερινές συνθήκες είναι υπερβολικά δύσκολες και περίπλοκες λόγω τόσο ενδογενών όσο και εξωγενών παραγόντων, οι οποίοι αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους. Απαιτείται οπωσδήποτε μια νέα προσέγγιση. 

H Τουρκία ως μια γενεσιουργός αιτία του Ζητήματος και πιστή στις διαχρονικές της φιλοδοξίες για στρατηγικό έλεγχο της Κύπρου και της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου, γίνεται ολοένα και πιο επιθετική στις διεκδικήσεις της στην περιοχή με αποκορύφωμα τις πρόσφατες προκλήσεις στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ).

Από την άλλη, η Κυπριακή ηγεσία πολλές φορές τα τελευταία 60 και πλέον χρόνια δεν συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση της κατάστασης και με σειρά λαθών και παραλείψεων στους πολιτικούς χειρισμούς της εμφανίζεται αδύναμη και χωρίς πραγματική βούληση για λύση. Είναι πλέον φανερό ότι χρειάζεται μια νέα προσέγγιση που θα αναγνωρίζει μεν τα λάθη του παρελθόντος, τις αδικίες που διαπράχθηκαν από όλες τις πλευρές ενάντια σε Κύπριους πολίτες, αλλά ταυτόχρονα να μπορεί να τα αφήσει πίσω της και να αφοσιωθεί στην οικοδόμηση μιας «Άλλης Κύπρου» κτίζοντας έτσι το μέλλον του τόπου.

2. Σημερινή Κατάσταση, Επιλογές και Προκλήσεις

Η επικράτηση ακραίων τ/κ στοιχείων, με τη νίκη Ερσίν Τατάρ στις τελευταίες εκλογές, επαναφέρει την τ/κ κοινότητα στη λογική της διαίρεσης, την οποία ανέπτυσσε για δεκαετίες ο Ραούφ Ντενκτάς. Η εκλογική νίκη Τατάρ αποτελεί επακόλουθο της συστηματικής αλλοίωσης του δημογραφικού χαρακτήρα των κατεχομένων από την Τουρκία, μέσω του εποικισμού αλλά επίσης και της αποτυχίας των τελευταίων συνομιλιών για το Κυπριακό. Παρόλα αυτά το 48% των Τ/κ ψήφισαν πρόσφατα ενάντια στην λογική της διαίρεσης.

Η σημερινή ακραία πολιτική της Άγκυρας, η οποία εκφράζεται από εθνικιστικά και ισλαμικά ρεύματα στην Τουρκία, δημιουργεί συνθήκες συνεχούς κρίσης και αμφισβήτησης ακόμη και παραδοσιακά αποδεκτών θέσεων και ισορροπιών. Μέσα στις τάξεις πλέον ολόκληρου του τουρκικού πολιτικού συστήματος επικρατεί μια επικίνδυνη λογική αναθεωρητισμού.  

Η αποδυνάμωση της Ελλάδας μετά το 2008, λόγω του λαϊκισμού και της άκρατης διαφθοράς που την κατέστησαν ιδιαίτερα ευάλωτη στην οικονομική κρίση, αποτέλεσε δυσμενή παράγοντα στο πλαίσιο της προσπάθειας διευθέτησης του Κυπριακού Ζητήματος.

Η φουρτουνιασμένη γεωπολιτική κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή ωθεί τον διεθνή παράγοντα σε αναζήτηση μιας καινούριας ισορροπίας, που γίνεται πιο περίπλοκη λόγω της διαγραφόμενης «επιστροφής» στην περιοχή των Ηνωμένων Πολιτειών και τη θέληση της για ενεργό εμπλοκή.

Οι συγκρούσεις στην περιοχή μας μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης, στον Λίβανο, τη Συρία, τη Λιβύη, τον Καύκασο και η επισφαλής κατάσταση στην Αίγυπτο, επηρεάζουν σε καθοριστικό βαθμό και τις δικές μας εξελίξεις στον δικό μας χώρο γιατί ωθούν τον διεθνή παράγοντα: το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, την ΕΕ, αλλά και τη Ρωσία σε επανατοποθέτηση. 

Η απουσία αντίδρασης της ΕΕ στις μεθοδεύσεις της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ ενθαρρύνει την Τουρκία στις ακραίες διεκδικήσεις της. Μιας Τουρκίας που επιδιώκει και που έχει σε μεγάλο βαθμό επιτύχει, αλλοίωση των δημογραφικών δεδομένων με την ενθάρρυνση του εποικισμού, τη μαζική μετανάστευση Τ/κ, και την πλήρη ενσωμάτωση της οικονομίας των κατεχομένων στο δικό της οικοδόμημα. 

Αυτό είναι το γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο το Κυπριακό ζήτημα κινείται στην παρούσα φάση. Η μακρά ιστορία του Ζητήματος δεικνύει ότι δεν υπάρχει εκ του μηδενός αρχή, αλλά ένα διαπραγματευτικό κεκτημένο (το οποίο βέβαια αργά ή γρήγορα προσαρμόζεται στις γεωπολιτικές εξελίξεις), τόσο ως προς τα μοντέλα και το περιεχόμενο των πτυχών τους, όσο και ως προς τις δυνατότητες εφαρμογής τους.   

Η αναζήτηση λύσης δύο κρατών έξω από το πλαίσιο και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και έξω από τη λογική επιβίωσης του Κυπριακού λαού, είναι κρίσιμο να απωθηθεί με σταθερό και σαφή τρόπο ως ουσιώδες θέμα αρχής, ήδη στην εκκίνηση κάθε νέας διαδικασίας διαπραγμάτευσης.

Ας εξετάσουμε τα έξι βασικά σενάρια λύσης του Κυπριακού όπως αυτά έχουν καταγραφεί τα τελευταία 47 χρόνια, και ας μελετήσουμε τις δυνατότητες εφαρμογής τους και τη διεθνή απήχηση που έχουν στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων. Πώς, δηλαδή, τοποθετούνται σε κάθε ένα απ’ αυτά τα μεγάλα κράτη αλλά και οι βασικοί παράγοντες της περιοχής μας.

  1. Ενιαίο Κράτος
  2. Status quo
  3. Δύο Κράτη
  4. Συνομοσπονδία
  5. Προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία
  6. Ομοσπονδία

Καίριας σημασίας είναι η διαμόρφωση ενός σταθερού διαπραγματευτικού πλαισίου αλλά και η διαμόρφωση κατάλληλων συνθήκων για επίτευξη συμφωνίας ως προς το περιεχόμενο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να υπερβούμε την ονομασία και τα συνθήματα και να ασχοληθούμε με την ουσία και το περιεχόμενο.

2.1 Ενιαίο Κράτος

Το Σύνταγμα του 1960 εισήγαγε το ενιαίο κράτος, με βασικό πυλώνα τη δικοινοτική αρχή. Υλοποίησε τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, χωρίς ουσιαστική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, αφού ποτέ δεν διεξήχθη δημοψήφισμα. Θεωρείται βέβαια, πως η λαϊκή κυριαρχία εκφράστηκε μέσω των εκλογών για ανάδειξη προέδρου και αντιπροέδρου και της εκλογής μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων και των Κοινοτικών Συνελεύσεων. Βρήκε εν μέρει εφαρμογή μέχρι το 1963 (στην περίοδο 1963-74 η συμφωνία κατέρρευσε), ενώ η Τουρκική εισβολή επέφερε μια βίαιη παρέμβαση κατά της συνταγματικής λειτουργίας.   

Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι το σύνταγμα του ‘60 περιέχει και κάποια ομοσπονδιακά στοιχεία διακυβέρνησης, ωστόσο όχι με τη γεωγραφική διάσταση βάση που απαιτεί ο επιστημονικός συνταγματικός όρος «ομοσπονδία». Χαρακτηρίζεται από στοιχεία αποκέντρωσης εξουσιών και αυτοδιοίκησης για τις δύο κοινότητες.

Οι σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες και τα τετελεσμένα επί του εδάφους δεν αφήνουν περιθώρια αναζήτησης τέτοιας λύσης. Η εμμονή από κάποιες ομάδες για συζήτηση γύρω από τέτοιας μορφής λύση, οδηγεί στην ουσία σε παράταση των αδιεξόδων και ως επακόλουθο, αν επικρατούσε ως θέση της Ελληνοκυπριακή πλευράς, προς οριστική de facto διχοτόμηση. Ταυτόχρονα, εμμονές σε τέτοιες λύσεις μας αποξενώνουν από τη διεθνή κοινότητα, αλλά και δίνουν την ευκαιρία στην άλλη πλευρά να θέσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων καινούργια αιτήματα και διεκδικήσεις. Η πλευρά μας αποδέχθηκε ως οδυνηρό συμβιβασμό τη μετάβαση στην ομοσπονδία και για δεκαετίες επέμεινε σε αυτή. Με τυχόν την επαναφορά της συζήτησης για λύση με βάση την αρχή του ενιαίου κράτους, προκύπτει θέμα ασυνέπειας, το οποίο επιδρά αρνητικά στη διαπραγματευτική μας αξιοπιστία. Η βασική μας θέση πριν το 1974 ήταν ότι το σύνταγμα του 1960 δεν ήταν λειτουργικό. Επομένως, δεν είναι σαφές αν όλοι αυτοί που υποστηρίζουν το ενιαίο κράτος αποδέχονται το καθεστώς του1960. Μάλλον, αναζητούν ένα νέο ενιαίο «λειτουργικό» κράτος, με δικά του χαρακτηριστικά.

2.2 Status quo

Παρόλο που στη βάση μιας επιφανειακής προσέγγισης το status quo φαίνεται βιώσιμο, στην πραγματικότητα δεν είναι. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο όπου ένα εύθραυστο status quo να παρέμεινε αμετάβλητο. Με την πρώτη γεωπολιτική ανισορροπία το status quo μεταβάλλεται εις βάρος του αδύνατου μέρους. Σε καμία περίπτωση, το status quo δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιλογή τελικής λύσης του Κυπριακού Ζητήματος.

Το υφιστάμενο καθεστώς θα υπάρχει στην Κύπρο μέχρι που δεν θα ενοχλεί τις μεγάλες δυνάμεις της περιοχής. Υπάρχουν βέβαια δυνάμεις που θέλουν το status quo γιατί ευνοεί τα δικά τους συμφέροντα, όπως για παράδειγμα η Ρωσία που προσβλέπει σε μόνιμη προστριβή ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία και κατ’ επέκταση στον πυρήνα του ΝΑΤΟ. Μια αποκόλληση της Τουρκίας από τη Δύση πιθανότατα να οδηγούσε σε διαφοροποίηση των συμφερόντων της Μόσχας και το status quo ενδεχομένως να έπαυε να αποτελεί προτεραιότητά της, και σε υιοθέτηση σκληρότερης στάσης έναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ίσως μια τέτοια εξέλιξη να έφερνε την Κύπρο ακόμη πιο κοντά στη Δύση. Θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό παιχνίδι, με τεράστιους κινδύνους αλλά και με ευκαιρίες.

Για την ώρα, ως Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε το status quo, παρά μόνο σε περίπτωση βιώσιμης λύσης. Οι κινήσεις της Τουρκίας στα Βαρώσια και στην ΑΟΖ αποτελούν παραδείγματα μονομερούς μεταβολής της κατάστασης, ενώ ο παράγοντας χρόνος επιφέρει επίσης αλλαγές: εποικισμός, Μόρφου, πληθυσμιακή αλλοίωση, αποφάσεις του ΕΔΑΔ για περιουσιακό ως προς τον χρήστη, κ.ο.κ. Γενικά το status quo δεν είναι στατικό – μεταβάλλεται με νέα τετελεσμένα επί του εδάφους.   

2.3 Δύο Κράτη

Η ύπαρξη δύο κρατών αναφέρεται κατά καιρούς ως πιθανή λύση και στις δύο πλευρές του συρματοπλέγματος.

Το πρώτο επιχείρημα ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους υποστηρικτές μιας τέτοιας προσέγγισης είναι η επιστροφή εδαφών σε αντάλλαγμα αναγνώρισης της «ΤΔΒΚ» και εξομάλυνσης των σχέσεων με την Τουρκία. Το επιχείρημα αυτό είναι εντελώς αβάσιμο γιατί σε ένα διαχωρισμό με βάση τη λύση των δύο κρατών κινδυνεύουμε να χάσουμε, μεταξύ άλλων και άλλα εδάφη. Στα πολιτικά διαζύγια, κερδισμένος είναι ο ισχυρός. Η Τουρκία σε μια τέτοια περίπτωση θα διεκδικήσει ένα μεγάλο μέρος της ΑΟΖ και στο νότιο τμήμα της Κύπρου.

Το δεύτερο, δηλαδή η εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία, είναι, στην καλύτερη περίπτωση, παροδικό. Για παράδειγμα, δεν εμποδίζεται πλέον η διατήρηση εγγυητικών δικαιωμάτων, ούτε η νόμιμη σύναψη συμφωνιών. Τα ζητήματα της ΑΟΖ και όχι μόνον, θα πρέπει να διευθετηθούν, ενώ η διαρκής ανασφάλεια θα ενισχυθεί.

Το απλοϊκό επιχείρημα που συνήθως αναφέρεται είναι πως τα δύο κράτη δεν διαφέρουν από την υφιστάμενη κατάσταση. Προφανώς το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη ότι η αποδοχή λύσης των δύο κρατών νομιμοποιεί πλέον, με επίσημο τρόπο, τα αποτελέσματα της εισβολής. Συμπερασματικά, η λύση των δύο κρατών θα ήταν καταστροφική και θα άνοιγε την προοπτική ξεριζωμού όλων των Ελληνοκυπρίων από τη γη τους.

Η θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς πρέπει να είναι σταθερή στη μη αναγνώριση δύο κρατών. Ποτέ δεν θα υπογράψουμε τη νομιμότητα της παρανομίας, διαγράφοντας δικαιώματα προσφύγων και περιουσίες.        

Οι οπαδοί της λύσης των δύο κρατών στην τουρκική και τ/κ πλευρά είναι ταυτόχρονα και οπαδοί της πλήρους τουρκοποίησης, έχοντας ως αφετηρία ένα ανεξάρτητο και αναγνωρισμένο τ/κ κράτος που θα λειτουργεί ως τουρκικό προτεκτοράτο, με την εξαφάνιση, μέσα από την αφομοίωση της, της τ/κ κοινότητας. Δύο κράτη δεν σημαίνει σύνορα με τους Τ/κ, σημαίνει στην ουσία σύνορα με την Τουρκία, κάτι που θα υπονομεύει για πάντα την παρουσία των Ε/κ σε αυτή τη γωνιά της Μεσογείου. Σύνορα με την Τουρκία σημαίνει μια ατέλειωτη διένεξη και πλήρη κατάληψη της Κύπρου όταν οι συνθήκες «ωριμάσουν» για την Τουρκία. Είναι γνωστό ότι η Τουρκία δεν διατηρεί φιλικές σχέσεις με κανένα γειτονικό της κράτος.

Πώς θα έβλεπε η διεθνής κοινότητα τη λύση δύο κρατών; Η ΕΕ δεν θα αποδεχθεί τη λύση δύο κρατών, εκτός εάν μια τέτοια λύση θα ήταν συμφωνημένη, και το νέο τ/κ κράτος που θα πρόεκυπτε δεν θα γινόταν ποτέ μέλος της ΕΕ. Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην ΕΕ με όλα της τα εδάφη κάτω από το Πρωτόκολλο VI. Μια τέτοια εξέλιξη βέβαια θα χρειαζόταν νέα διαπραγμάτευση για ένταξη ακόμη και για το νέο κράτος των Ε/κ που θα πρόεκυπτε κάτι που και πάλι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. 

Πολλές ευρωπαϊκές χώρες που κινδυνεύουν οι ίδιες από αυτονομιστικά κινήματα (π.χ. Καταλονία), δεν αποδέχονται νέα κράτη, τα οποία προήλθαν από απόσχιση, να ενταχθούν στην ΕΕ.

Μια λύση δύο κρατών θα ήταν καταστροφική και για τους Τουρκοκύπριους, μεταξύ άλλων, διότι θα έχαναν το δικαίωμα απόκτησης ευρωπαϊκού διαβατηρίου. Πολλοί Τ/κ θα επιδίωκαν να διατηρήσουν το δικαίωμα απόκτησης ευρωπαϊκής ιθαγένειας μέσω της διατήρησης της υπηκοότητας της ΚΔ.

Ενδοιασμοί για μια λύση δύο κρατών ισχύουν και ευρύτερα στον διεθνή παράγοντα, περιλαμβανομένων και των ΗΠΑ.

Τα Ηνωμένα Έθνη γνωρίζουν πολύ καλά την πιο πάνω θέση της ΕΕ και του διεθνούς παράγοντα αλλά κυρίως τη θέση της ε/κ πλευράς και την προβάλλουν ως επιχείρημα ενάντια στη λύση των δύο κρατών. 

2.4 Συνομοσπονδία

Η συνομοσπονδία αποτελεί για τους Ε/κ μια κακή λύση. Είναι η πλέον επιθυμητή λύση για την τουρκική πλευρά, γιατί μέσω αυτής πιστεύει ότι θα έχει τον απόλυτο έλεγχο επί του τ/κ κράτους και έμμεσο έλεγχο επί του ε/κ κράτους, περιλαμβανομένου και ελέγχου επί των υποθαλάσσιων πόρων ολόκληρης της Κύπρου. Η Τουρκία θεωρεί επίσης ότι η συνομοσπονδία θα της εξασφάλιζε τον στρατηγικό έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου, δίνοντάς της ένα σημαντικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα. Μέσα από το πλαίσιο της συνομοσπονδίας η Τουρκία θεωρεί εφικτό (περισσότερο απ’ ό,τι στην περίπτωση της λύσης δύο κρατών) ότι το τουρκοκυπριακό κράτος μπορεί, ως μέρος της κυπριακής συνομοσπονδίας, να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δίνοντας της και τη δυνατότητα να επηρεάζει τις αποφάσεις της ΕΕ.

Η λύση της συνομοσπονδίας προϋποθέτει την ένωση κυρίαρχων και ανεξαρτήτων κρατών, και ως εκ τούτου προϋποθέτει την εκ των προτέρων αναγνώριση του τ/κ μορφώματος. Τα μέρη της συνομοσπονδίας διατηρούν την κυριαρχία και την ανεξαρτησία τους. Ο κίνδυνος εδώ είναι βέβαια τεράστιος, γιατί σε περίπτωση κατάρρευσης της συνομοσπονδίας, η κάθε πλευρά θα έχει το δικό της κράτος, δηλαδή τη δική της κυριαρχία, τον δικό της λαό, το δικό της έδαφος και τη δική της ανεξάρτητη συντεταγμένη εξουσία. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτό από καμία κυπριακή κυβέρνηση. Η ΕΕ δεν ευνοεί μια τέτοια λύση λόγω των πολλαπλών εσωτερικών θεσμικών και λειτουργικών προβλημάτων που θα δημιουργούσε. Βέβαια η ΕΕ θα μπορούσε να αποδεχτεί μια τέτοια λύση υπό όρους, π.χ. αν η συνομοσπονδιακή Κύπρος παρουσιάσει με τη συμφωνία για λύση στην ΕΕ εχέγγυα ότι η συνομοσπονδία θα έχει την ικανότητα να εφαρμόζει το κεκτημένο τη Ένωσης και να συμμετέχει αποτελεσματικά στα όργανά της χωρίς να παρακωλύει τη λειτουργία της. Είναι πιθανό δηλαδή και να κλείσει τα μάτια, ιδιαίτερα εάν η συνομοσπονδία παρουσιαστεί με άλλο όνομα. Η Ελβετία ονομάζεται συνομοσπονδία και είναι στην πραγματικότητα κλασική ομοσπονδία. Εδώ θα μπορούσε να συμβεί το ανάποδο.

Η ονομασία έχει και αυτή σημασία. Δεν αποκλείεται το παιχνίδι να είναι αυτό: η λύση να είναι συνομοσπονδιακή (δύο κράτη με δική τους κυριαρχία και κάποιο θεσμικό δεσμό στη μεταξύ τους σε μικρό αριθμό κοινών εξουσιών/αρμοδιοτήτων) και να παρουσιαστεί σαν ομοσπονδία (ένα κράτος, με δυο ή περισσότερες εδαφικές μονάδες με αρκετές κοινές αρμοδιότητες στο «κοινό κράτος» ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση του ως μιας κρατικής οντότητας).

Όμως ακόμη κι αν υπήρχε η θετική τοποθέτηση του διεθνούς παράγοντα, περιλαμβανομένης και της ΕΕ, η συνομοσπονδία δεν μπορεί να αποτελέσει βάση συζήτησης. Το μικρό μέγεθος μας ίσως να επιτρέπει την ανοχή της ΕΕ, με υιοθέτηση διάφορων λύσεων που θα περιορίζουν την επίδραση στη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών. Ωστόσο, μόνο επί της διχοτόμησης μπορεί να οικοδομηθεί η συνομοσπονδία.

  • Προσάρτηση των Κατεχομένων στην Τουρκία

Η προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία αποτελεί τη δεύτερη καλύτερη επιλογή για την Τουρκία μετά από αυτή της συνομοσπονδίας. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, η Τουρκία αντιμετωπίζει ένα μεγάλο πρόβλημα: η προσάρτηση μπορεί να εφαρμόζεται στην πράξη και επί του εδάφους, αλλά νομιμοποιείται μόνο από γενική διεθνή αναγνώριση. Χωρίς αναγνώριση της διεθνούς κοινότητας, θα συνεχίσει να θεωρείται διεθνώς ότι το συγκεκριμένο έδαφος βρίσκεται υπό την κατοχή της Τουρκίας. Η προσάρτηση, ως πράξη επιβολής της κυριαρχίας μιας χώρας επί εδάφους (ή τμήματος εδάφους) μιας άλλης χώρας, είναι διεθνώς παράνομη. Στην περίπτωση της Κύπρου, το έδαφος που θα έχει προσαρτηθεί θα παραμένει επίσημα έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και μόνο. Επιπλέον, τέτοια προσάρτηση θα ήταν αντίθετη, όχι μόνο προς το Διεθνές Δίκαιο, τον Χάρτη των ΗΕ, τη Σύμβαση της Γενεύης του 1949 και τις Αρχές του Ελσίνκι, αλλά και προς τις Συνθήκες του 1960 για την Κύπρο, στις οποίες η Τουρκία είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και προς τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ σχετικά με την Κύπρο.

Όμως στην διεθνή πολιτική σκηνή δεν επιβάλλεται πάντα η λογική και το διεθνές δίκαιο. Πολλές φορές στα μυαλά αλλοπρόσαλλων ηγετών κυριαρχεί, μεταξύ άλλων, μεγαλομανία. Η προσάρτηση της κατεχόμενης Κύπρου στην Τουρκία αποτελεί μια από τις επιλογές της Τουρκίας ειδικά ενόψει του 2023 όταν ο Ερντογάν θέλει να γιορτάσει τα 100 χρόνια Τουρκικής Δημοκρατίας, προβάλλοντας ως επίτευγμα ότι μεγάλωσε την Τουρκία προς ανατολάς (Συρία και Ιράκ) προς νότο (Κύπρος) και προς δυσμάς (Αιγαίο).

Η προσάρτηση της Κύπρου έχει επίσης τεράστιους συμβολισμούς για τα νεο-οθωμανικά όνειρα του Ερντογάν, γιατί με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνει ανατροπή της «άδικης», όπως θεωρούν, Συνθήκης της Λωζάνης του 1914, με την ανάκτηση εδαφών που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει.   

2.6 Ομοσπονδία

Πρόκειται για τη λύση που ευνοεί ο διεθνής παράγοντας και η οποία έχει ενσωματωθεί σε όλες τις αποφάσεις και προτάσεις των Ηνωμένων Εθνών και στα πρόσφατα έξι σημεία του εγγράφου του Αντόνιο Γκουτέρες. Μπορεί βέβαια η κάθε πλευρά να αντιλαμβάνεται τον όρο ομοσπονδία με διαφορετικό τρόπο, ωστόσο όλες οι παρεμβάσεις των ΗΕ παραπέμπουν σε μια μορφή ομοσπονδίας. Διαχρονικά, το κάθε προτεινόμενο σχέδιο αντανακλούσε τις εκάστοτε γεωπολιτικές συνθήκες.

Η δική μας πλευρά θα πρέπει να επαναφέρει ως βάση στη συζήτηση το ομοσπονδιακό μοντέλο γιατί αποτελεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τη μοναδική ελπιδοφόρα και βιώσιμη προοπτική. Στο πλαίσιο των συνομιλιών οφείλουμε να επιδιώξουμε ένα μοντέλο βελτιωμένης ομοσπονδίας βασισμένο στις αρχές του σεβασμού των δικαιωμάτων και των δύο κοινοτήτων, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, της βιωσιμότητας και της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους. Τα προβλήματα της αποτελεσματικής συμμετοχής μπορεί να επιλυθούν ικανοποιητικά με βάση τις πιο πάνω αρχές. Ο συμβιβασμός της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) θα αμβλύνεται μέσα στον χρόνο με την επιστροφή προσφύγων και στις δύο πλευρές. Το ανακάτεμα του πληθυσμού θα αμβλύνει σταδιακά τη γεωγραφική υφή της ΔΔΟ. Οι περιορισμοί εγκατάστασης που επιζητεί η τ/κ πλευρά μπορούν να γίνουν προσωρινά αποδεκτοί. Οι ανησυχίες της άλλης πλευράς ως προς τα πληθυσμιακά δεδομένα υπέρ των Ε/κ, θα πρέπει να περιορισθούν ως συγκεκριμένα πολιτικά δικαιώματα (εκλέγειν και εκλέγεσθαι).

Συμπέρασμα

Το «Νέο Κύμα» πιστεύει σε μια πραγματική ομοσπονδία που θα δίνει επίσης και την αίσθηση της ενότητας του χώρου, του κράτους και των ανθρώπων της. Η Κύπρος θα πρέπει να είναι στην ουσία ένα και μόνο κράτος.

Στη δικαιοδοσία της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα πρέπει να είναι χωρίς εξαίρεση, η εξωτερική πολιτική, η άμυνα και ασφάλεια, τα αεροδρόμια και τα λιμάνια, οι φυσικοί πόροι, η ομοσπονδιακή φορολογία και η Κεντρική Τράπεζα. Αυτά είναι τα ελάχιστα κεφάλαια για να υπάρχει στην ουσία ένα συνεκτικό ομόσπονδο κράτος. Επιπλέον, η διαχείριση της ενέργειας, η μετεωρολογία, οι αρχαιολογικοί χώροι, το περιβάλλον πρέπει να αποτελούν μέρος της δικαιοδοσίας του ομοσπονδιακού κεντρικού κράτους, για καθαρά επιστημονικούς λόγους που θα αναλύονται σε ειδικό παράρτημα.

Η ΔΔΟ μπορεί να συνθέσει και να εκφράσει ένα δημοκρατικό σύνταγμα που να περιορίζει τις ανησυχίες όλων των Κυπρίων αλλά και ταυτόχρονα να ικανοποιεί και τις προσδοκίες τους για το αύριο. 

  • Η ιδέα της δημιουργίας της «Ομοσπονδιακής Περιοχής Ανάπτυξης (ΟΠΑ)» στο πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος

3.1 Πρόταση

Ο εποικισμός, η μεγάλη χρονική περίοδος κατοχής, η επικράτηση εθνικιστικών πολιτικών στην τ/κ κοινότητα και οι αμφιθυμίες και στις δύο πλευρές μετατρέπουν την επιδίωξη της λύσης και την πιθανότητα επιστροφής εδαφών ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση. Ήρθε η ώρα να εξετάσουμε νέες ιδέες, πάντα μέσα στο πλαίσιο μιας δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας, οι οποίες θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές και από τις δύο κοινότητες χωρίς να δημιουργούν το αίσθημα της ήττας σε καμία πλευρά. 

Την ώρα που θα υπογράφεται η λύση, όλες οι πλευρές θα πρέπει να κερδίζουν ισότιμα, και όχι κάποιοι να τα κερδίζουν όλα αμέσως και άλλοι να περιμένουν σε βάθος χρόνου. Είναι κατανοητό ότι, εδαφικά, σε σχέση με την προ της εισβολής του 1974 περίοδο, θα έχουμε απώλειες. Θα έχουμε σίγουρα όμως και σημαντικά κέρδη σε σχέση με την κατοχή που έχουμε σήμερα. Αυτές οι απώλειες όμως θα πρέπει να αποσβένονται μέσα στον χρόνο, με την εφαρμογή εξελικτικού χρονοδιαγράμματος με σαφή χρονικά όρια. Αυτό θα το κάνει πιο δίκαιο για όλους τους πολίτες της Κύπρου και βέβαια θα συνταυτίζεται με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Ας εξετάσουμε την ιδέα της δημιουργίας μιας ειδικής ζώνης (ΕΖ), πέραν της ε/κ  και τ/κ πολιτείας, η οποία θα λειτουργεί στο πλαίσιο της λύσης διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αφού πρώτα επιστραφούν τα Βαρώσια υπό ε/κ  διοίκηση, θα μπορούσαμε, κατά τα πρότυπα πολλών ομοσπονδιακών χωρών, όπως είναι οι Βρυξέλλες στο Βέλγιο, η Ουάσιγκτον στις ΗΠΑ και η Οτάβα στον Καναδά, να δημιουργήσουμε αυτή την Ομοσπονδιακή Περιοχή Ανάπτυξης (ΟΠΑ), η οποία θα διοικείται από την κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Η δημιουργία της ΟΠΑ θα περιόριζε την ε/κ πολιτεία στο 67% του εδάφους και την τ/κ στο 23%, δεδομένου ότι θα πρέπει να της αφαιρεθεί ένα 10% του εδάφους. Η ΕΖ θα μπορεί να περιλαμβάνει περιοχές που συζητήθηκαν κατά καιρούς στα διάφορα σχέδια λύσης. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη νεκρή ζώνη, όλη την περιοχή του διαμερίσματος Μόρφου, όλη την εντός των τειχών Λευκωσία, την εντός των τειχών πόλη της Αμμοχώστου, τα τέσσερα μεγάλα χωριά της Καρπασίας (Ριζοκάρπασο, Γιαλούσα, Αγία Τριάδα, Άγιος Ανδρόνικος) τα οποία συμπεριλαμβάνονταν  σε διάφορα σχέδια για επιστροφή, τα τέσσερα Μαρωνίτικα χωριά (Ασώματος, Κορμακίτης, Αγία Μαρίνα, Καρπάσια) και τέλος τα Κόκκινα στην Τηλλυρία. Θα μπορεί επίσης να περιλαμβάνει και μέρος της Βρετανικής βάσης της Δεκέλειας, για την επιστροφή της οποίας είχε γίνει αναφορά στο παρελθόν, καθώς και μέρος από τις άλλες Βρετανικές βάσεις. Η ΟΠΑ θα έχει μια εδαφική συνέχεια (Αμμόχωστος – Λιμνίτης) και τρεις θύλακες (τα Κόκκινα, τα χωριά της Καρπασίας και τα Μαρωνίτικα χωριά). Οι αρχαιολογικοί και θρησκευτικοί χώροι όπως και τα λιμάνια και τα αεροδρόμια χρειάζεται επίσης να τεθούν υπό την ομοσπονδιακή διοίκηση. 

Αυτή η ζώνη θα πρέπει να ενσωματώνει πρότυπα στοιχεία. Για παράδειγμα, ομοσπονδιακές πρότυπες πανεπιστημιακές σχολές, ομοσπονδιακά πρότυπα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, ομοσπονδιακά ερευνητικά κέντρα, καθώς επίσης και τα ομοσπονδιακά δικαστήρια. Επιπλέον, σύγχρονες εγκαταστάσεις όλων των ομοσπονδιακά αθλητικών (εθνικών) ομάδων της Κύπρου. Θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει κέντρα πράσινης ανάπτυξης, όπως για παράδειγμα μεγάλα ηλιακά πάρκα στην πεδιάδα της Μεσαορίας αλλά και φυτείες βιο-οργανικών καλλιεργειών. Τέτοιες δραστηριότητες, με σωστό προγραμματισμό πράσινης ανάπτυξης, είναι απόλυτα συμβατές με το «Green deal» της ΕΕ, από όπου θα μπορούσαμε να επιδιώξουμε γενναίες χρηματοδοτήσεις ως επιβράβευση της λύσης. Η ΟΠΑ θα λειτουργεί με ειδικό καθεστώς και ως συγκοινωνιακός κόμβος ανάμεσα στις δύο πολιτείες. Από επιχειρηματικής άποψης, στην ΟΠΑ, θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένας βιότοπος νεοφυών επιχειρήσεων, αλλά και να προωθηθεί η εγκατάσταση κάποιων εξειδικευμένων βιομηχανιών, με ειδικά κίνητρα. Θα μπορεί δηλαδή να μετατραπεί η περιοχή αυτή σε ένα νέο εκπαιδευτικό και επιχειρηματικό κέντρο και ένα απέραντο Ευρωπαϊκό τεχνολογικό και επιστημονικό πάρκο, και να συμβάλει σε κοινές δραστηριότητες Ε/κ και Τ/κ, ειδικά των νέων της Κύπρου.

Με τον τρόπο αυτό θα μετατραπεί η οικονομία της ομοσπονδιακής κεντρικής κυβέρνησης σε αιμοδότη των δύο πολιτειών της ομοσπονδίας. Η ΟΠΑ θα είναι στην ουσία μία περιοχή προώθησης της κοινής δράσης και εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Αυτά πρέπει να ζητήσουμε από την ΕΕ να στηρίξει, ως μέρος της οικονομικής ενίσχυσης της λύσης. Η ΕΕ να δώσει προοπτική στους νέους ανθρώπους να αγκαλιάσουν και να στηρίξουν τη λύση.

Αυτή η πρόταση ξεφεύγει από τη λογική της εξελικτικής λύσης που διατυπώθηκε πολλές φορές στο παρελθόν. Θα εισέλθουμε σε μια περίοδο εξελικτικής βελτίωσης της λύσης, όπου βασικά οι δύο πολιτείες, ε/κ και τ/κ θα επιδιώκουν μία μεγαλύτερη σχέση και συνεργασία με την ΟΠΑ του ειδικού καθεστώτος που ενδεχομένως μελλοντικά να αποτελέσει πρότυπο για ολόκληρη την Κύπρο. 

Το περιουσιακό πρόβλημα και, ως εκ τούτου, το χρηματοδοτικό πρόβλημα της λύσης, με τη δημιουργία της ΟΠΑ, όπου θα υπάρξει σημαντική επιστροφή προσφύγων και επανεγκατάσταση, θα μειωθεί. Είναι επόμενο, ότι όσο περισσότεροι εκτοπισμένοι επιστρέφουν στις περιουσίες τους, τόσο και το λεγόμενο «κόστος» της λύσης περιορίζεται.  

Για την τελική διαμόρφωση της ιδέας αυτής της ΟΠΑ θα παρουσιαστούν και θα προωθηθούν μελέτες, που θα καλύπτουν και συνταγματικής φύσεως θέματα. Για παράδειγμα, ποιο θα είναι το καθεστώς λειτουργίας; Ποια θα είναι η σχέση του καθεστώτος με τα ειδικά καθεστώτα των δύο περιφερειών; Πώς αποφεύγονται περιπλοκές και στρεβλώσεις λόγω λειτουργίας ειδικής ζώνης παράλληλα με τις δύο πολιτείες;

Για την δημιουργία της ΟΠΑ δεν θα πρέπει να περιμένουμε τη λύση του Κυπριακού, θα πρέπει από τώρα με την ενθάρρυνση της ΕΕ αλλά και του διεθνούς παράγοντα να αρχίσουν κάποια κοινά έργα σε περιορισμένης κλίμακας χώρο, ώστε να αρχίσει να χτίζεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη.    

3.2 Αποχώρηση Κατοχικών Στρατευμάτων

Αφετηρία και απαραίτητη βάση μιας λύσης είναι η συμφωνημένη αποχώρηση όλων των κατοχικών στρατευμάτων και η κατάργηση των εγγυήσεων εντός ενός σύντομου χρονοδιαγράμματος.

Με την υπογραφή λύσης θα πρέπει άμεσα να αποχωρήσει ο κύριος κορμός των κατοχικών στρατευμάτων. Ο βαρύς οπλισμός του πρέπει να τεθεί υπό την εποπτεία του ΟΗΕ μέχρι την απομάκρυνσή του. Ο βαρύς οπλισμός της εθνικής φρουράς θα μπορεί επίσης να τεθεί υπό την εποπτεία του ΟΗΕ μέχρι την ίδρυση και λειτουργία του επαγγελματικού στρατού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Κύπρου, με βάση πρόνοιες του νέου συντάγματος. Η Κύπρος πρέπει να έχει τον δικό της στρατό, για να λειτουργεί ολοκληρωμένα στο πλαίσιο της ΕΕ. Είναι κάτι που πλέον απαιτείται και λόγω των απειλών, για παράδειγμα από τρομοκρατικές επιθέσεις.

Παραμονή στρατευμάτων μπορεί να γίνει αποδεκτή, μόνο για μικρής διάρκειας μεταβατική περίοδο με συμμετοχή από στρατεύματα χωρών μελών της ΕΕ και άλλων χωρών που θα είναι κοινά αποδεκτές από τις δύο κοινότητες. Είναι καίριας σημασίας να ληφθούν υπόψη οι ανησυχίες και οι φόβοι όλων των Κυπρίων, δεδομένων των τραγικών εμπειριών από το παρελθόν.

Μετά την ολοκλήρωση δύο εκλογικών διαδικασιών των πολιτειακών αξιωματούχων της νέας ομοσπονδιακής Κύπρου (δηλαδή μετά από πέντε χρόνια), προτείνεται  η δημιουργία κυπριακού στρατού αποτελούμενου από τις δύο κοινότητες αλλά και από τις υπόλοιπες θρησκευτικές ομάδες. Υπενθυμίζεται ότι, βάσει του συντάγματος του ’60, ο επαγγελματικός στρατός αποτελείτο από 2.000 στελέχη (1.200 από την ε/κ κοινότητα και 800 από την τ/κ). Ο επαγγελματικός κυπριακός στρατός θα πρέπει να έχει περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός «rapid response body», πάρα αυτά ενός επιθετικού επιχειρησιακού στρατού.

Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, με την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων θα μπορούσε να εξεταστεί η πλήρης αποστρατικοποίηση της Κύπρου με απαραίτητες ασφαλιστικές δικλίδες.

3.3 Οι Διεθνείς Σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας

Οι αρμονικές σχέσεις με όλες τις χώρες της περιοχής μας πρέπει να αποτελούν τη βασική επιδίωξη της ενωμένης Κύπρου. Η εν εξελίξει ομαλοποίηση των σχέσεων Ισραήλ-Αράβων αποτελεί θετική εξέλιξη για την περιοχή μας, γιατί μειώνει τις εντάσεις, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για τις μικρές χώρες. Η στρατηγική μας δεν πρέπει να βασίζεται σε μια μόνιμη διάσταση απόψεων Τουρκίας-Ισραήλ ή ακόμη Τουρκίας-Αιγύπτου. Σαν μικρή χώρα, η Κύπρος θα πρέπει να προσπαθεί να συμβάλλει στην αποκλιμάκωση γεωπολιτικών ανταγωνισμών.

Οι μικρές χώρες έχουν πάντα περιορισμένο πλαίσιο δράσης. Στο πλαίσιο της ΕΕ, η Κύπρος θα πρέπει να αποφεύγει να παίρνει θέση σε διενέξεις της περιοχής. Να αποκτήσει δηλαδή και θεσμικά ένα ρόλο ουδετερότητας για κάποια θέματα. Κάποιοι ίσως θα δουν την πρόταση αυτή ως μια μορφή απώλειας κρατικής κυριαρχίας, ωστόσο η Ελβετία που έχει υιοθετήσει παρόμοιες συμπεριφορές δεν θεωρείται κράτος μειωμένης κυριαρχίας.

3.4 Η Λειτουργικότητα του Κράτους και το Κοινοτικό Πλαίσιο

Η λύση πρέπει να εγγυάται την αρχή της λειτουργικότητας του επανενωμένου κράτους, με σεβασμό στα δικαιώματα όλων των πολιτών και τη δημιουργία μηχανισμών επίλυσης κρίσεων. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να ενσωματωθούν στο Σύνταγμα όλες οι ασφαλιστικές δικλίδες που θα επιτρέπουν την αποτελεσματική αποτροπή και επίλυση κρίσεων προς όφελος όλων των πολιτών.

Η λύση θα πρέπει επίσης να είναι λειτουργική σε θέματα οικονομικής ανάπτυξης. Να ανοίγει δρόμους συνεργασίας και συνύπαρξης, περιλαμβανομένης και της δημιουργίας κοινών επιχειρήσεων. Στρατηγική της επανενωμένης Κύπρου θα πρέπει να είναι η επίτευξη αειφόρου και βιώσιμης ανάπτυξης με βάση τις σύγχρονες προτεραιότητες (πράσινη οικονομία, καινοτομία, ψηφιακή οικονομία κλπ.). Παράλληλα, θα πρέπει να επιδιώκεται η σταδιακή σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου Ε/κ και Τ/κ, κυρίως μέσω της προώθησης ενός φιλόδοξου επενδυτικού προγράμματος ενίσχυσης των κοινωνικών και οικονομικών υποδομών στην τ/κ περιφέρεια. Η βιώσιμη ανάπτυξη στις δύο περιφέρειες και την ΟΠΑ θα πρέπει να αποτελέσει βασικό πυλώνα εμβάθυνσης της ενοποίησης του χώρου, του λαού της Κύπρου και του ομοσπονδιακού κράτους. Η ευημερία όλων είναι σημαντική για το μέλλον της λύσης.

Η εφαρμογή του πλαισίου της ΕΕ, με τις μικρότερες δυνατές αποκλίσεις μεταβατικής φύσεως, αποτελεί αδήριτη αναγκαιότητα για την επίτευξη σταθερής και βιώσιμης ανάπτυξης και οικονομικής σύγκλισης Ε/κ  και Τ/κ της επανενωμένης Κύπρου. Αυτό ισχύει για τους κανόνες εποπτείας του τραπεζικού τομέα, τους δημοσιονομικούς κανόνες, τους κανόνες που θα διέπουν τον ανταγωνισμό. Εξίσου σημαντικό είναι να ισχύσουν αυστηρά ποιοτικά πρότυπα σε ό,τι αφορά νευραλγικούς τομείς της οικονομίας, περιλαμβανομένων της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας. Επίσης σημαντικό είναι να διασφαλιστούν τα δικαιώματα ελεύθερης διακίνησης και εγκατάστασης.        

Αναγνωρίζουμε ότι το πιο περίπλοκο πρόβλημα είναι το περιουσιακό. Αφετηρία οποιασδήποτε προσέγγισης πρέπει να είναι αναγνώριση όλων των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων Ε/κ και Τ/κ. Η άσκηση αυτών των δικαιωμάτων αναπόφευκτα θα λαμβάνει υπόψη τις σημερινές πραγματικότητες που έχουν δημιουργηθεί μετά την παρέλευση σχεδόν 47 χρόνων κατοχής, ενώ θα υπόκειται σε μεταβατικές περιόδους. 

Η λύση θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνει τη στενή συνεργασία, φέρνοντας μαζί όλες τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, ειδικότερα τους νέους, τους επιστήμονες, τους ανθρώπους του πολιτισμού, τους αθλητές και τους φοιτητές, με αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Για παράδειγμα, το ομοσπονδιακό πανεπιστήμιο, τα ομοσπονδιακά σχολεία, το ομοσπονδιακό πανεπιστημιακό νοσοκομείο, το ομοσπονδιακό θέατρο και κέντρο πολιτισμού θα μπορούσαν να ενταχθούν σε τέτοια προγράμματα. Θα πρέπει ωστόσο από την αρχή να καθοριστεί ότι η διοίκηση τους, παράλληλα  με τους όποιους κανόνες ποσοστώσεων, θα στηρίζεται μόνο σε ακαδημαϊκά προσόντα αριστείας, όπως γίνεται ευρέως στα ομόσπονδα ακαδημαϊκά ιδρύματα.

Είναι γνωστό ότι η επίσημη τουρκική πλευρά φαίνεται να μην επιθυμεί τέτοιες εξελίξεις αλλά, αντιθέτως, ενθαρρύνει δομές διαχωριστικού χαρακτήρα. Ωστόσο, θα πρέπει να υποδείξουμε και να πείσουμε τους συμπατριώτες μας Τ/κ ότι η κοινή δράση όλων των Κυπρίων είναι προς το συμφέρον όλων και ειδικά της νέας γενιάς.

3.5 Διεθνείς εγγυήσεις

Είναι προφανές ότι ένα «κανονικό» κράτος δεν χρειάζεται διεθνείς εγγυήσεις. Ωστόσο το «Νέο Κύμα» θεωρεί ότι για την Κύπρο, σε μια φουρτουνιασμένη περιοχή του πλανήτη, με διαχρονικές συγκρούσεις και διενέξεις, οι εγγυήσεις είναι αναπόφευκτες, τουλάχιστον για ένα περιορισμένο χρονικό πλαίσιο.

Ο βασικός όρος για ένα νέο σχήμα εγγυήσεων είναι ο αποκλεισμός των υφιστάμενων τριών εγγυητριών δυνάμεων. Οι εμπειρίες του παρελθόντος δεν αφήνουν περιθώρια για διατήρηση του σημερινού πλαισίου.

Οι εγγυήσεις μπορεί να προέρχονται είτε από την ΕΕ είτε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, επικαλούμενοι το Κεφάλαιο VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, είτε από συνδυασμό των δύο. Η Τουρκία αντιδρά στην προοπτική των εγγυήσεων από την ΕΕ, γιατί η ίδια δεν είναι μέλος της ΕΕ, ωστόσο η ιδέα αυτή είναι λογική και φυσιολογική, καθώς η επανενωμένη Κύπρος θα είναι μέλος της ΕΕ.

Αναφορικά με τις εγγυήσεις από το Συμβούλιο Ασφαλείας, είναι σαφώς μια δύσκολη διαδικασία, αλλά όχι ανέφικτη. Η νέα UNFICYP θα μπορούσε να εξουσιοδοτηθεί, βάσει του Κεφάλαιο VII του Χάρτη, με αυξημένες δυνατότητες επέμβασης που θα αφορούν την εφαρμογή της λύσης ή επέμβαση σε περίπτωση παραβίασης των συμφωνηθέντων.

3.6 Η Προεδρία και Αντιπροεδρία της Χώρας

Το «Νέο Κύμα» πιστεύει ότι η εκ περιτροπής προεδρία, ακόμη και με σταθμισμένη ψήφο, η οποία είναι σήμερα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δημιουργεί συνθήκες εκ των προτέρων απόρριψης του σχεδίου λύσης από μια μεγάλη μερίδα των Ε/κ πολιτών. Δεν είναι στόχος του κειμένου να τοποθετηθεί σε έκταση για το συγκεκριμένο θέμα, αλλά θεωρούμε ότι ένα σχέδιο λύσης πρέπει να είναι αποδεχτό από μια μεγάλη πλειοψηφία και από τις δύο πλευρές, για να έχει και πιθανότητες διάρκειας.

Με αυτό το σκεπτικό, προτείνονται λοιπόν δύο σενάρια:

Σενάριο Α

Θεωρούμε ότι η πρόταση του προεδρικού συμβουλίου, κατά το ελβετικό πρότυπο, όπως είχε προταθεί στο παρελθόν, θα μπορούσε να γίνει αποδεχτή από την πλειοψηφία των πολιτών. Αποτελεί δίκαια, υπό τις περιστάσεις, διευθέτηση και περιορίζει τα περιθώρια δημιουργίας «επαγγελματιών πολιτικών» που τόσο έχουν ταλαιπωρήσει τόσο την ε/κ όσο και την τ/κ κοινωνία.

Όπως είχε προταθεί, σε ένα τέτοιο συμβούλιο θα συμμετείχαν εννέα υπουργοί, έξι Ε/κ και τρεις Τ/κ, και θα προέδρευαν του συμβουλίου, εκ περιτροπής, ανά εξάμηνο. Σε αυτή την περίπτωση δεν μιλάμε για πρόεδρο της δημοκρατίας αλλά για προεδρικό συμβούλιο.

Για ευνόητους λόγους, το προεδρικό συμβούλιο θα πρέπει να επεκταθεί στα 15 μέλη, 10 Ε/κ  και 5 Τ/κ, οι οποίοι θα εκλέγονται απευθείας από τις δύο κοινότητες με απλή αναλογική, έτσι ώστε να εκπροσωπούνται όλα τα ιδεολογικά ρεύματα. Η θητεία των 15 μελών του προεδρικού συμβουλίου θα είναι 4,5 χρόνια και θα έχουν δικαίωμα δύο συνεχόμενων επανεκλογών. Σε περίπτωση κένωσης κάποιας θέσης θα συμπληρώνεται από τον πρώτο επιλαχόντα και η θητεία του θα διαρκεί μέχρι το τέλος των 4,5 ετών. Οι έξι πρώτοι σε ψήφους εκλεγμένοι από την ε/κ κοινότητα, και οι τρεις πρώτοι από την τ/κ κοινότητα θα προεδρεύουν εκ περιτροπής για έξι μήνες του προεδρικού συμβουλίου. Για να παίρνονται αποφάσεις, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μια θετική ψήφος από την κάθε κοινότητα. Το προεδρικό συμβούλιο θα έχει επίσης την ευθύνη διοίκησης της Ομοσπονδιακής Περιοχής Ανάπτυξης.

Σενάριο Β

Οι προεδρικές εκλογές θα γίνονται με διπλή υποψηφιότητα όπως και στις ΗΠΑ. Δηλαδή θα εκλέγουμε μαζί πρόεδρο και αντιπρόεδρο, οι οποίοι να είναι στο ίδιο κοινό ψηφοδέλτιο. Οι εκλογές θα γίνονται από ένα παγκύπριο κατάλογο ψηφοφόρων, έτσι που οι πολίτες και στις δύο πλευρές να έχουν λόγο να επιλέγουν όλοι μαζί δημοκρατικά τους ανώτατους άρχοντες. Σε αυτή την περίπτωση ο Ε/κ θα παραμένει για 3,5 χρόνια πρόεδρος και ο Τ/κ για 1,5 χρόνο. Εδώ βέβαια η εκ περιτροπής είναι αποδεκτή δεδομένου ότι εκλέγονται μαζί, από κοινό εκλογικό κατάλογο, από όλο τον κυπριακό λαό. Είναι κατανοητό ότι σε αυτή την περίπτωση και οι δύο πλευρές θα δημιουργούν προεκλογικά εκείνα τα δίδυμα, που θα έχουν αφενός απήχηση και στις δύο πλευρές, και αφετέρου θα περιθωριοποιούνται οι εθνικιστές και οι ακραίοι.   

Ως «Νέο Κύμα» θεωρούμε ότι το σενάριο Α, κατά το ελβετικό πρότυπο αποτελεί προτιμητέα προσέγγιση.

  • Ενδιάμεση στρατηγική της Κυπριακής Δημοκρατίας

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι, τουλάχιστον για την ώρα, δεν υπάρχουν μεγάλες ελπίδες για διεξαγωγή συνομιλιών με θετικές προοπτικές. Λόγω των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων της τουρκικής πλευράς για δύο ξεχωριστά κράτη και της δικής μας αναποφασιστικότητας, και δύσκολα θα υπάρξει πρόοδος. Ταυτόχρονα  η Αμμόχωστος κινδυνεύει να χαθεί για την ε/κ πλευρά.

4.1 Το πλαίσιο του ΓΓ του ΟΗΕ και ο διεθνής παράγοντας

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ενδεχομένως ίσως να προσπαθήσει να επαναφέρει το πλαίσιο των έξι σημείων, το οποίο υπέβαλε στον προηγούμενο γύρο συνομιλιών. Εάν η τουρκική πλευρά δεν επιμείνει μόνο σε συζήτηση στη βάση δύο κρατών, ενδεχομένως να προκύψει κάποιο πλαίσιο για επανέναρξη διαπραγματεύσεων. Νοείται ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα επιμένει σε συζήτηση του θέματος της Αμμοχώστου, ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε εξέλιξη για το εδαφικό, όπως εξάλλου καταγράφεται στα ψηφίσματα 550 και 789 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η πτυχή του εδαφικού είναι εξαιρετικά σημαντική και δεν νοείται επίλυση του προβλήματος χωρίς την επιστροφή της Αμμοχώστου υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και, στη χειρότερη περίπτωση, την ένταξη της περιοχής Μόρφου στην ΟΠΑ. Η συμφωνία της 3ης Βιέννης πρέπει επίσης να γίνει σεβαστή: το ποσοστό των ακτογραμμών κάθε πολιτείας πρέπει να είναι ανάλογο με τον πληθυσμό της κάθε κοινότητας.

Στις ΗΠΑ το κλίμα είναι ρευστό σε ό,τι αφορά την πολιτική του νέου προέδρου κ. Μπάιντεν. Στην ΕΕ, ειδικά μετά το Brexit αλλά και το πρόβλημα της πανδημίας, υπάρχει μια αβεβαιότητα για τα επόμενα βήματα. Η ΕΕ δεν αναμένεται να επιβάλει σοβαρές κυρώσεις προς την Τουρκία για πολλούς και διάφορους λόγους και, επιπρόσθετα, οι κυρώσεις δεν αποτελούν  λύση του προβλήματος μας. Από την άλλη, η σημερινή κυβέρνηση του ΗΒ  ευθυγραμμίζεται όλο και περισσότερο με την Τουρκία. Το Brexit της δίνει δυνατότητες αυτονόμησης στην εξωτερική πολιτική, αλλά και η ίδια είναι σε αναζήτηση νέων εμπορικών σχέσεων και εταίρων. Μέσα σε όλα αυτά,  η προσέγγιση του Ισραήλ με τις Αραβικές χώρες διαφοροποιεί το γεωπολιτικό τοπίο της περιοχής μας, και παύει να καθιστά την Τουρκία ως τον μοναδικό πρωταγωνιστή και απαραίτητο σύμμαχο.

Θα πρέπει να κάνουμε τεράστιες προσπάθειες για αποτροπή νέων δυσμενών τετελεσμένων. Τα πράγματα είναι δύσκολα για πολλούς λόγους, μερικοί από τους οποίους είναι:

  1. Οι ευρωπαίοι εταίροι μας δεν μας βρίσκουν απόλυτο δίκαιο σε όλα τα επίπεδα, δηλαδή δεν έχουμε εξηγήσει με σαφήνεια στους ευρωπαίους εταίρους μας τι ακριβώς θέλουμε και δεν έχουμε καταφέρει να πείσουμε.
  2. Δεν μας εμπιστεύονται. Το πολιτικό σύστημα μας έχει χάσει την αξιοπιστία του. Τα εντεινόμενα θέματα διαφθοράς μας στερούν από πολλούς φίλους. Κανείς δεν θέλει να ταυτίζεται με χώρες που έχουν πολιτικά πρόσωπα με αμφίβολης νομιμότητας δραστηριότητες. Η συνεχής φαυλότητα στην ηγεσία πλήττει την αξιοπιστία της χώρας. Τα μικρά κράτη για να επιβιώσουν χρειάζονται ηθικό κύρος και ηθική υπεροχή. 
  3. Οι αλλοπρόσαλλες σχέσεις μας με πολλές χώρες, ειδικά τις μεγάλες, και η διπλή γλώσσα του «πολιτικού συστήματος», ήταν και παραμένει ένα μεγάλο πρόβλημα.

Αυτή την περίοδο είναι σημαντική η επαφή με την τ/κ κοινότητα. Η συντήρηση των επαφών δίνει ελπίδα στην προοπτική ουσιαστικών συνομιλιών στο σύντομο μέλλον, οι οποίες να οδηγήσουν σε λύση. Η προοπτική της λύσης πρέπει να παραμείνει ζωντανή. Υπάρχουν σημαντικές δυνάμεις στην τ/κ κοινότητα, ακόμη και ανάμεσα σε αυτούς που στήριξαν τον Ερσίν Τατάρ στην  προηγούμενη ψηφοφορία για ανάδειξη τ/κ ηγέτη, που είναι ενάντια στη διχοτόμηση. Οι Τ/κ, εκτός των άλλων, θέλουν να παραμείνουν πολίτες της ΕΕ και ξέρουν ότι είναι ένα στοιχείο που θα απωλέσουν σε περίπτωση οριστικού διαχωρισμού. Επιπλέον, οι σημερινές δραματικές εξελίξεις στην Τουρκία, η ριζοσπαστικοποίηση του Ισλάμ και η στροφή ενάντια στη Δύση, δεν εμπνέει την τ/κ νεολαία.

Αν η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία είναι η μόνη ευκταία και εφικτή λύση, τι έχουμε κάνει ως κοινότητα, για να δείξουμε ότι τη θέλουμε και ότι είμαστε έτοιμοι να επιδείξουμε πνεύμα συμβιβασμού και να πληρώσουμε κάποιο ‘κόστος’ για να την πετύχουμε; Γενικά, αν η ΔΔΟ είναι αυτό που επιδιώκουμε, πρέπει να δώσουμε δείγματα γραφής όχι μόνο στους Τ/κ αλλά και στον διεθνή παράγοντα.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αρχίσει να διδάσκεται σε όλες τις βαθμίδες το μάθημα για τα πολιτικά συστήματα. Έχουμε ήδη καθυστερήσει 47 χρόνια. Να μάθουν κυρίως οι νέοι τις βασικές πτυχές γύρω από τη συνταγματική ομοσπονδία. Το πολιτικό κατεστημένο, όλα αυτά τα χρόνια, κατάφερε να δηλητηριάσει την έννοια της ομοσπονδίας. Το άγνωστο πάντα προκαλεί φόβο, γι΄ αυτό είναι και σημαντικό να εκπαιδεύσουμε τους πολίτες. Εάν έχουμε αποφασίσει για ομοσπονδία, τότε είναι ξεκάθαρο ότι όλες οι επίσημες γλώσσες της χώρας μας θα πρέπει να διδάσκονται σε όλα τα σχολεία της Κύπρου.

Πρέπει άμεσα να αναληφθούν στρατηγικές κινήσεις που να εξυπηρετούν την πιο πάνω στρατηγική. Είναι αναγκαία η δημιουργία μιας εθνικής τεχνοκρατικής επιτροπής που να καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα επιστημόνων από διαφορετικές ειδικότητες και θα εργάζεται επιστάμενα για την επαναχάραξη στρατηγικής και πορείας, θα αποκωδικοποιεί και θα λαμβάνει υπόψη τις μεταβαλλόμενες διεθνείς και τοπικές εξελίξεις, τροφοδοτώντας την πολιτική ηγεσία.

Είναι μέσα από τέτοιες αναλύσεις που μπορούμε να βλέπουμε μπροστά και να χαράσσουμε στρατηγικές υπεροχής. Για παράδειγμα, το φυσικό αέριο στην ΑΟΖ της Κύπρου, αντί να γίνεται μοχλός υπόσκαψης της κρατικής μας κυριαρχίας, θα μπορούσε να ήταν όργανο ενίσχυσης της επανένωσης, εάν από την αρχή μετρούσαμε όχι μόνο τις υπερφίαλες πολιτικές αναλύσεις όλου του πολιτικού συστήματος αλλά και τις τεχνικο-ενεργειακές πραγματικότητες. . 

4.2 Συνεχής Επιστημονική Ανάλυση

Το Εθνικό Συμβούλιο της Κύπρου έχει την ανάγκη μιας ουσιαστικής επιστημονικής στήριξης, αξιοποιώντας τους πιο ικανούς και άριστους επιστήμονες αυτού του τόπου. Χρειαζόμαστε ένα «ινστιτούτο σκέψης», όπου θα συμμετέχουν ειδικοί επιστήμονες, τόσο από την Κύπρο όσο και από το εξωτερικό. Ένα ινστιτούτο που θα αναπτύξει εκείνες τις διασυνδέσεις, ώστε οι αναλύσεις του να είναι μέρος του διεθνούς πολιτικού διαλόγου που να αφορά το μέλλον της πατρίδας μας και να αποτελούν πηγή για το νέο γεωπολιτικό ψηφιδωτό της περιοχής μας. Η ενίσχυση και αναβάθμιση της διπλωματικής υπηρεσίας μας είναι εξίσου σημαντική και αναγκαία υπό τις περιστάσεις της ημι-κατοχής. Η ακαδημαϊκή και πολιτιστική διπλωματία πρέπει επίσης να είναι μέρος της συνολικής μας προσπάθειας για διαφώτιση του διεθνούς παράγοντα.

Ζούμε σε μια περιοχή που φλέγεται, με συνεχείς ανακατατάξεις, με σχέσεις και συμμαχίες, με ασταθή γεωπολιτικά δεδομένα και έντονες κοινωνικο-οικονομικές προκλήσεις. Οι εξελίξεις είναι κυριολεκτικά πρωτόγνωρες. Ποτέ τα ιστορικά συμβάντα δεν ήταν τόσο συμπυκνωμένα όσο σήμερα.

Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι σημερινές ιστορικές ανακατατάξεις, αν και εμπεριέχουν κινδύνους, δημιουργούν ταυτόχρονα και ιστορικές ευκαιρίες. Χρειάζεται σωστή ανάγνωση των δεδομένων και ταχύτατες δράσεις.

Το κρίσιμο για την Κύπρο είναι να χρησιμοποιήσουμε την ιστορική εμπειρία ως δεξαμενή σκέψης για ορθολογιστική και αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων μας. Χρειαζόμαστε σωστούς πολιτικούς χειρισμούς, γνώση, διορατικότητα και δυνατότητα χειρισμών σε διεθνές επίπεδο, κατανόηση της διεθνούς κατάστασης και των συσχετισμών. Κουραστήκαμε να βλέπουμε να φτιάχνονται πολιτικές καριέρες πάνω στον πόνο της διαίρεσης της πατρίδας μας.

Συμπερασματικά, οι στρατηγικές μας επιδιώξεις πρέπει να εστιάζονται στην οικοδόμηση μιας κοινής πατρίδας, με ομοσπονδιακή δομή, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, αποτελεσματική συμμετοχή Τ/κ στη λήψη αποφάσεων και, παράλληλα, σε ουσιαστικές εδαφικές αναπροσαρμογές για αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και κατάργηση των υφιστάμενων εγγυήσεων. Σε αυτήν την κοινή πατρίδα, μετά από μία σύντομη μεταβατική περίοδο, θα πρέπει να εφαρμόζεται πλήρως το κοινοτικό κεκτημένο σε ό,τι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και το οικονομικό πλαίσιο, περιλαμβανομένης και της πλήρους εφαρμογής της ελεύθερης διακίνησης του εμπορίου, των υπηρεσιών, του κεφαλαίου και του ανθρώπινου δυναμικού.

4.3 Ευρεία Πολιτική Συναίνεση

Η διάσπαση του εσωτερικού μετώπου έχει ιδιαίτερα δυσμενείς προεκτάσεις. Οι ξένοι διπλωμάτες βιώνουν μια κακοφωνία όταν συνομιλούν με  Κύπριους πολιτικούς και επιπλέον, οι εσωτερικές έριδες δίνουν στην Τουρκία σημαντικά επιχειρήματα ώστε να μας εκθέτει όταν διαβουλεύεται με τον διεθνή παράγοντα. Ένα άλλο σημαντικό μειονέκτημα της εσωτερικής διαμάχης είναι ότι δίνεται δυνατότητα στην Τουρκία να επηρεάζει εσωτερικές εξελίξεις εκμεταλλευόμενη τις εσωτερικές διενέξεις.

Το «Νέο Κύμα» είναι κίνημα που έχει ως βασικούς άξονες την κοινή λογική αλλά και την επιστημονική τεκμηρίωση. Θεωρούμε ότι επείγει μια επιστημονική συζήτηση που θα επανακαθορίσει τις βάσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος. Εάν, κατά την διάρκεια της πανδημίας, το πολιτικό σύστημα εμπιστεύεται την ιατρική επιστήμη για να ξεπεράσει την κρίση, γιατί να μην εμπιστευτεί τους πολιτικούς επιστήμονες, συνταγματολόγους και έμπειρους διπλωμάτες, για να ξεπεράσει την κρίση στο εθνικό μας πρόβλημα;      

Είναι σημαντικό για την ε/κ κοινότητα να απαντήσει χωρίς περιστροφές στο βασικό ερώτημα: «ποια λύση θέλουμε;». Το «Νέο Κύμα» πιστεύει ότι η κυπριακή κυβέρνηση θα πρέπει να θέσει σε δημοψήφισμα στο λαό ένα συγκεκριμένο σχέδιο λύσης, έτσι ώστε εάν λάβει μια σημαντική πλειοψηφία να αποτελέσει τη βάση διαπραγματεύσεων και να γίνει σεβαστό από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.

5. Συμπεράσματα

Ζούμε σε ένα δύσκολο, ανταγωνιστικό και σκληρό κόσμο, με συμφέροντα, γεωπολιτικές αναζητήσεις, στυγνά οικονομικά και αδιαφανή συστήματα. Σε έναν τέτοιο κόσμο για να επιβιώσουμε, χρειαζόμαστε περισσή ευθυκρισία και ευρυμάθεια. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις και απλές οδοί αλλά ούτε και σωτήρες.

Όλοι αυτοί που προωθούν μια φαινομενικά σκληρή γραμμή στο Κυπριακό, κάνουν εξίσου μεγάλο κακό στην εθνική μας υπόθεση όσο και αυτοί που προωθούν την οποιαδήποτε λύση με κάθε τίμημα. Το «Νέο Κύμα» δεν συμφωνεί ούτε με την μία αλλά ούτε και με την άλλη προσέγγιση. 

Έχουμε απέναντί μας μια στρατιωτικά πανίσχυρη χώρα, την Τουρκία, με ομολογουμένως πολλά προβλήματα αλλά και με πολλούς μοχλούς πίεσης και πολλαπλάσια οικονομικά μεγέθη από Κύπρο και Ελλάδα. Η Τουρκία μέχρι πρόσφατα γινόταν ανεκτή σε μεγάλο βαθμό, γιατί ήταν χώρα καταναλωτής, δηλαδή χώρα εμπορικών εισαγωγών. Όμως τα πράγματα την τελευταία δεκαετία έχουν διαφοροποιηθεί αρκετά, με την Τουρκία πλέον να ανταγωνίζεται μεγάλες χώρες στην εξαγωγή οπλικών συστημάτων. Για τις μεγάλες δυνάμεις αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, ειδικά μάλιστα όταν η Τουρκία προσπαθεί να επηρεάσει γεωπολιτικές ισορροπίες σε άλλες περιοχές, όπως π.χ. στην Αφρική. Τα δεδομένα αυτά πρέπει να μας κάνουν να υπολογίζουμε την κάθε μας κίνηση, με σοβαρότητα, μελέτη και περισσή σοφία.

Η στρατηγική μας πρέπει να είναι βασισμένη σε μια ρεαλιστική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου και όχι σε ξεπερασμένες, αβάσιμες και επικίνδυνες ιδεοληψίες του κομματικού συστήματος. Εξάλλου σήμερα πατριωτισμός είναι να είσαι ψύχραιμος, να χρησιμοποιείς τη λογική και τον ορθολογισμό για να αναλύεις τον κόσμο γύρω σου και να δραστηριοποιείσαι με τρόπο συγκροτημένο που να προάγει και να προστατεύει το όφελος της πατρίδας σου. Ας απομονώσουμε και ας αχρηστεύσουμε την άκρως επικίνδυνη τακτική του λαϊκισμού, της υστερίας και της αναμόχλευσης των παθών ως στρατηγικής για την χειραγώγηση των πολιτών. Μια χώρα πρέπει να λειτουργεί με μυαλό και με επιστημονική τεκμηρίωση και όχι με το αχαλίνωτο συναίσθημα. Το σύνθημα ενάντια στα χρονοδιαγράμματα μπορεί να ακούγεται σωστό, όμως στην πραγματικότητα η απουσία χρονοδιαγραμμάτων εμπεδώνει την κατοχή και κάνει τη λύση ανέφικτη, ενώ παράλληλα δίνει το μήνυμα ότι είμαστε βολεμένοι με το status quo. Πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλίες, να βάλουμε οι ίδιοι χρονοδιαγράμματα στους εαυτούς μας και να πείσουμε τον διεθνή παράγοντα ότι επιδιώκουμε λύση για το συμφέρον όλων των Κυπρίων πολιτών. Η πολύχρονη παθητική μας στάση ήταν και είναι καταστροφική. Η ακινησία είναι υπέρ της Τουρκίας και οπωσδήποτε της δίνει χρόνο για νέα τετελεσμένα.

Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι με σωστούς χειρισμούς θα μπορούσαμε να ανοίξουμε ένα μικρό παράθυρο στην προσπάθεια μας για αποδεκτή λύση στο Κυπριακό.

5. Επίλογος

Μια σοβαρή χώρα βλέπει και στοχεύει στο μέλλον, χαράζοντας μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους που εδράζονται κυρίως στην επιστημονική, ρεαλιστική και αξιόπιστη ανάλυση των δεδομένων αλλά και των δυνατοτήτων με επίγνωση των μεγεθών. Όλα αυτά με μετριοπάθεια αλλά και με ευελιξία.

Χρειαζόμαστε ως κράτος ένα ξεκάθαρο όραμα που θα το υπηρετήσουμε με συνέπεια, ταλέντο και προσήλωση. Με αυτόν τον τρόπο θα θωρακίσουμε τη χώρα μας και το οικοδόμημα της Δημοκρατίας από τους παντοειδείς κινδύνους και τον εκφυλισμό των ευρωπαϊκών αξιών. Χάσαμε τη μάχη το 1974 και τη χάσαμε γιατί ο τόπος μας προδόθηκε, αφού πρώτα διαβρώθηκε εσωτερικά. Ο δικός μας αγώνας σήμερα δεν είναι απλώς αγώνας για κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη όπως για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς. Ο δικός μας αγώνας είναι και αγώνας φυσικής επιβίωσης, γιατί αν χάσουμε και αυτή τη μάχη, δεν θα υπάρξει άλλη, θα είναι η τελευταία.

Η εμμονή και η προσπάθεια για μια λύση αποδεκτή που θα δίνει ελπίδα στα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας, δεν είναι μια απατηλή και υπερφίαλη ελπίδα. Είναι μια «πεπαιδευμένη ελπίδα», που ενθαρρύνει την προσπάθεια για το φαινομενικά ανέφικτο και το καθιστά προσεγγίσιμο. 

Η πατρίδα μας μπορεί και πρέπει να επιτύχει γρήγορη και δραστική αύξηση της ισχύος της, ιδιαίτερα της διπλωματικής, της επιστημονικής και της πολιτιστικής μέσα από ποικιλόμορφες δράσεις, συνεργασίες και συμμαχίες, για να μπει επιτέλους σε μια υποσχόμενη πορεία προς ένα μέλλον με ελευθερία, ασφάλεια και αξιοπρέπεια.

Σήμερα έχουμε την ιστορική υποχρέωση να ξεπεράσουμε την επιπολαιότητα δεκαετιών και να επαναπροσδιορίσουμε τους στόχους μας. Πρέπει, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν, να μεταφράσουμε σωστά τις διεθνείς εξελίξεις, να διαβάσουμε και να αποκωδικοποιήσουμε ορθολογικά τη διεθνή πολιτική, να αντιληφθούμε το νέο γεωπολιτικό πλαίσιο που εξελίσσεται, να συνταχτούμε πλήρως και χωρίς ταλαντεύσεις με τους ευρωπαίους συμμάχους μας και να χαράξουμε μια στρατηγική που θα μας ανοίξει το δρόμο για λευτεριά και δικαίωση.

Το Κυπριακό Ζήτημα θα επιλυθεί, ο τόπος θα επανενωθεί και η τουρκική κατοχή θα τερματισθεί μόνο αν όλοι οι Κύπριοι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, ενώσουν δυνάμεις για ένα κοινό και ελπιδοφόρο όραμα για την κοινή τους πατρίδα.                      

Λευκωσία, Φεβρουάριος 2021

X