Περί εθελοδουλίας

Του Παναγιώτη Χριστιά*

O Étienne de la Boétie (1530-1563) έφυγε νωρίς από τη ζωή σε ηλικία μόλις 32 ετών. Φοιτητής ακόμη, στα δεκαοκτώ του, συγγράφει ένα από τα μεγαλύτερα έργα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης, το «Περί εθελοδουλίας», όπως μας πληροφορεί ο σημαντικότερος Γάλλος φιλόσοφος της Αναγέννησης και επιστήθιος φίλος του Michel de Montaigne (1533-1592). Tο έργο θα δημοσιευθεί παράνομα μετά τον θάνατο του συγγραφέα του, πρώτα αποσπασματικά στα λατινικά το 1574 και ύστερα εξ ολοκλήρου στα γαλλικά το 1576. «Προς το παρόν, γράφει ο La Boétie στην εισαγωγή του έργου του, θα ήθελα απλά να κατανοήσω πώς είναι δυνατόν τόσοι άνθρωποι, τόσα χωριά, τόσες πόλεις, τόσα έθνη να υπομένουν κάποιες φορές έναν τύραννο που είναι μόνος, δεν έχει καμία ισχύ εκτός από αυτή που του δίνουν οι ίδιοι, δεν έχει δύναμη για να τους βλάψει παρά μόνο όσο θέλουν οι ίδιοι να τον υποστούν και που δεν θα μπορούσε να τους κάνει κακό αν οι ίδιοι δεν προτιμούσαν να υποφέρουν τα πάντα από αυτόν παρά να τον αμφισβητήσουν». Εν ολίγοις, γιατί οι πολίτες ενός έθνους δέχονται να ζούνε σε ένα διεφθαρμένο καθεστώς; Για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, ο La Boétie σκιαγραφεί το πορτρέτο του εθελόδουλου ανθρώπου και της δουλικής κοινωνίας.

            Η δουλική κοινωνία αποτελείται από δυο διαφορετικούς τύπους εθελόδουλων. Ο πρώτος αφορά, σύμφωνα με τον Γάλλο στοχαστή, τον απλό και ακαλλιέργητο λαό, ο οποίος από άγνοια έχει συνηθίσει να υπακούει αρκεί να τρέφεται από φτηνά θεάματα και ανόητες ψυχαγωγίες. Στον δεύτερο τύπο κρύβεται το «στήριγμα και η αρχή κάθε τυραννίας». Εάν ο φτωχός λαός υποχρεούται να υπακούσει λόγω άγνοιας και προκατάληψης, οι μορφωμένες ελίτ του τόπου μετατρέπονται με τη θέλησή τους σε αυλικούς του τυραννικού καθεστώτος. Αυτοί που ανήκουν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις δεν αρκεί απλά και μόνο να υπακούουν, πρέπει και να προβλέπουν τις επιθυμίες του τυράννου για να πάρουν από εκείνον την ανταμοιβή στην οποία προσβλέπουν με τη δουλοπρεπή τους συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό μετατρέπονται σε συνεργούς της ίδιας τους της καταπίεσης. Επομένως οι αυλικοί τού εκάστοτε καθεστώτος είναι λιγότερο ελεύθεροι και από τους απόλυτα υποταγμένους ανθρώπους του λαού αφού επιλέγουν εθελοντικά τη δουλεία. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται μια πυραμίδα εξουσίας και υποταγής. Ο τύραννος έχει πέντε υποτελείς, οι οποίοι με τη σειρά τους έχουν εκατό, οι εκατό έχουν χιλιάδες κ.ο.κ. Η πυραμίδα αυτή είναι η δομή κάθε εθελόδουλης κοινωνίας και καθορίζει να ανθρώπινα χαρακτηριστικά της.

            Η δουλική κοινωνία είναι άφιλη. Σε μια τέτοια κοινωνία, φεουδαλική ή σουλτανική, φασιστική ή σταλινική, δικτατορική ή θεοκρατική δεν υπάρχουν φίλοι παρά μόνο υποτελείς και δυνάστες, αφού η φιλία προϋποθέτει την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων και την ελευθερία, αξίες που καλλιεργούνται μόνο από τις φιλελεύθερες κοινωνίες. Αντίθετα, στην εθελόδουλη κοινωνία, τα άτομα δέχονται να είναι υποτελείς των ιεραρχικά ανωτέρων τους για να μπορούν να είναι δυνάστες των ιεραρχικά κατωτέρων τους. Ικανοποιούν όλες τις επιθυμίες των τυράννων τους ούτως ώστε και οι τελευταίοι να ικανοποιήσουν τις τωρινές τους ορέξεις και τις μελλοντικές τους επιδιώξεις, που δεν είναι άλλες από την κατάληψη υψηλών θέσεων στην κοινωνική πυραμίδα. Με τον τρόπο αυτό αντικαθίσταται η φυσική κοινωνική ιεραρχία από μια άλλη, φαύλη, μέσω ενός συστήματος αναξιοκρατικής διανομής των δημόσιων αξιωμάτων και τίτλων. Έτσι η υπουργία ενός διεφθαρμένου αυλοκόλακα αξιωματούχου μετατρέπει τον τομέα ευθύνης του σε τσιφλίκι και όργανο καταπίεσης των κυβερνωμένων, οι οποίοι καλούνται με τη σειρά τους να γίνουν υποτελείς του υπουργού ώστε να πάρουν και αυτοί ένα μικρότερο κρατικό τσιφλίκι να διαφεντεύουν.  

            Μακράν όμως χείριστη επίπτωση της εθελόδουλης συμπεριφοράς είναι η διαιώνισή της μέσα από πολιτισμικούς κώδικες που μακροημερεύουν στις εθελόδουλες κοινωνίες. Έτσι ο κάτοχος ενός θώκου απαιτεί από αυτούς που συναγωνίζονται για τη διαδοχή του να συμπεριφέρονται δουλικά απέναντί του όπως και εκείνος είχε συμπεριφερθεί δουλικά απέναντι στους προκατόχους του για να καταλάβει τον θώκο. Τέτοιες στερεοτυπικές συμπεριφορές συγκαλύπτονται πίσω από τα ψεύτικα προσωπεία της «ευγένειας», του «σεβασμού» ή της «ευγνωμοσύνης». Οι πράξεις όμως των επίδοξων τυράννων δεν έχουν καμία σχέση με τα ευγενή αυτά συναισθήματα καθώς είναι εμφανές σε κάθε ορθά σκεπτόμενο άτομο, το οποίο δεν μοιράζεται το εθελόδουλο όραμα της κοινωνίας στην οποία ανήκει, ότι πρόκειται  για υποκρισία. Στόχος της είναι να προσφέρει το αναγκαίο ηθικό άλλοθι για την αποτρόπαια συμπεριφορά των αυλικών και των κολάκων και να λειτουργήσει ως παραπέτασμα καπνού των τυραννικών φιλοδοξιών τους.

            Πώς θεραπεύεται αυτή η αρρώστια; Υπάρχει αντίδοτο ή οι κοινωνίες αυτές είναι καταδικασμένες στον μαρασμό, την υποδούλωση, εθελοντική ή μη, σε άλλα εθελόδουλα έθνη και τελικά στη μοιραία αφομοίωση και εξαφάνισή τους; Το φάρμακο είναι διπλό, επισημαίνει ο La Boétie και το κίνημα του Διαφωτισμού του οποίου υπήρξε πρόδρομος και πρωτεργάτης. Ελλείψει ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας, αφού ο τύραννος τού την στερεί για να τον έχει υποχείριό του, στον λαό μένει η προσευχή στον «καλό και φιλελεύθερο Θεό», ο οποίος ενστάλαξε στην Ανθρωπότητα τον λόγο και τις πρώτες και αυταπόδεικτες αλήθειες. Ο λαός πρέπει να καταφύγει στον κοινό νου του, την κοινή καθημερινή λογική του έτσι ώστε να διακρίνει και να καταδικάσει τις εθελόδουλες συμπεριφορές. Και όπως θα πει ο Ρουσσώ δύο αιώνες μετά τον La Boétie, αν ο λαός υπομένει εν γνώσει του τον ζυγό γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, καλώς πράττει, αν όμως μπορεί να ξεσηκωθεί και να διώξει τους τυράννους του, πράττει καλύτερα. Για τους μορφωμένους όμως και μη αφομοιωμένους στην πυραμίδα της εθελοδουλίας, ο La Boétie γίνεται ο εμπνευστής της πολιτικής ανυπακοής. Ο τύραννος δεν μπορεί να κυριαρχήσει χωρίς τους λιγότερο ή περισσότερο ικανούς, οι οποίοι από υποχρέωση κυβερνούν προς όφελός του. Αν αυτοί σταματήσουν να το κάνουν, η πυραμίδα θα καταρρεύσει και η κοινωνία θα απελευθερωθεί από τα δεσμά της εθελόδουλης νοοτροπίας της. Σε κάθε περίπτωση για την πνευματική και ηθική ανάταση και ελευθερία απαιτείται κουράγιο και παρρησία.         

*Ο Παναγιώτης Χριστιάς είναι Αν. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου, εταίρος του ερευνητικού κέντρου «Ευρωπαϊκές Δυναμικές» του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου και μέλος του “Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος”.

X