Οι θεσμικές συγκρούσεις μάς αφορούν όλους – Χρειαζόμαστε τηλεοπτική μετάδοση σε περίπτωση δίκης

Του Αλέξανδρου Ελευθερίου*

Μια θεσμική σύγκρουση για το επίμαχο θέμα των πολιτογραφήσεων αναπόφευκτα δημιουργεί μια εικόνα παρεμπόδισης του Γενικού Ελεγκτή από την άσκηση ελέγχου πάνω στο Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα (ΚΕΠ). Ο Γενικός Ελεγκτής προ πολλού, από τον Ιούλιο του 2019 και μετέπειτα, με συνεχείς παρεμβάσεις είχε ζητήσει να γίνει έλεγχος στο Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα.

Στην αντιπέρα όχθη ο Γενικός Εισαγγελέας υποστηρίζει ότι η εν λόγω έρευνα πρέπει να ολοκληρωθεί από την Ερευνητική Επιτροπή που ο ίδιος διόρισε. Ο Γενικός Εισαγγελέας δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι παράλληλες έρευνες και διαδικασίες θέτουν σε κίνδυνο τα ευρήματα της Επιτροπής, καθώς θα υπάρχει δυσμενής επηρεασμός προσώπων, με τρόπο όπου οι εμπλεκόμενοι που βρίσκονται υπό διερεύνηση θα μπορούν να επικαλεστούν το γεγονός αυτό προς όφελός τους σε μελλοντικές διαδικασίες.

Α. Τι είναι το πρώτο που παρατηρούμε;

Παρατηρούμε πρώτα ξεκάθαρες διατάξεις του Συντάγματος που οριοθετούν τις εξουσίες του Γενικού Ελεγκτή. Άρθρο 116 του Συντάγματος, ήτοι να: “ελέγχει εν ονόματι της Δημοκρατίας πάσαν πληρωμήν ή είσπραξιν και πάντα λογαριασμόν χρηματικών διαθεσίμων ή λοιπού ενεργητικού ή αναληφθεισών υπό της Δημοκρατίας ή διά λογαριασμόν αυτής υποχρεώσεων”

Και για τον ίδιο σκοπό παρατηρούμε επίσης ότι το άρθρο αναφέρει ότι ο Γενικός Ελεγκτής «έχει το δικαίωμα της επιθεωρήσεως απάντων των σχετικών προς τοιούτους λογαριασμούς βιβλίων, αρχείων και καταστάσεων.»

Ας μην μας διαφεύγει και ο Περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων Νόμος του 2002 (Ν. 113(I)/2002), όπου η νομοθεσία καθιερώνει ποινική ευθύνη σε όποιον “αρνείται ή εν γνώσει του αποκρύπτει ή παραλείπει να συμμορφωθεί” με τα όσα του ζητούνται από την Ελεγκτική Υπηρεσία.

Από την άλλη πλευρά παρατηρούμε ότι, ο Γενικός Εισαγγελέας σύμφωνα με το Σύνταγμα, είναι ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας (Άρθρο 113) και ο οποίος, υπό τον Περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμο (ΚΕΦ.44), διόρισε Ερευνητική Επιτροπή για έλεγχο του ΚΕΠ.

Με τα όσα όμως έχουν δημόσια αποκαλυφθεί τις τελευταίες ημέρες ενισχύεται το αίσθημα των πολιτών για περαιτέρω περιφρούρηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του Γενικού Ελεγκτή, να ασκήσει την εξουσία ελέγχου του, όπως άλλωστε κάθε ανεξάρτητος αξιωματούχος οφείλει να πράξει για το καλό του τόπου.

Ποιος είναι όμως ο “παράλληλος έλεγχος”; Αυτός του Γενικού Ελεγκτή ή της Ερευνητικής επιτροπής; Ποιος προηγείται ποιου, ώστε ο πρώτος να ονομάζεται έλεγχος και ο δεύτερος παράλληλος έλεγχος; Με ιεράρχηση των κανόνων και πηγών Δικαίου γίνεται αντιληπτό ότι το Σύνταγμα της Δημοκρατίας είναι ο υπέρτατος Νόμος του Κράτους και υπερτερεί έναντι της Νομοθεσίας. Η εξουσία έρευνας του Γενικού Ελεγκτή θεμελιώνεται από καθαρή συνταγματική διάταξη, ενώ της Ερευνητικής Επιτροπής από Νομοθεσία. Υπό αυτά τα δεδομένα, αν υπάρχει “παράλληλος έλεγχος” μια τέτοια ορολογία δεν αξίζει να αποδοθεί στον έλεγχο που ασκεί ο Γενικός Ελεγκτής. Αν επιμένουμε σε μια τέτοια ορολογία, τότε ας αποδοθεί αυτός ο όρος στην Ερευνητική Επιτροπή. Η εξουσία ελέγχου του Γενικού Ελεγκτή πηγάζει απευθείας από το ίδιο το Σύνταγμα.

Β. Τηλεοπτική μετάδοση δίκης

Τα ζητήματα που αναφύονται στην παρούσα είναι σύνθετης συνταγματικής φύσεως και όπως φαίνεται, κατά μεγάλη πιθανότητα, η θεσμική αυτή διαφωνία θα οδηγηθεί υπό το άρθρο 139 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και όπου η προθεσμία για τέτοια διαδικασία, ως ορίζει το ίδιο το άρθρο, είναι 30 ημέρες από την ημέρα που προκύπτει αμφισβήτηση της υπό αναφορά εξουσίας ή αρμοδιότητας.

Στη Κύπρο, αν και ακόμη πρακτικά δεν εφαρμόστηκε, εν τούτοις υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει την άμεση τηλεοπτική κάλυψη και μετάδοση μιας δικαστικής διαδικασίας. Αξίζει να διευκρινιστεί ότι γενικότερα τηλεοπτική κάλυψη θεωρείται και η διαδικασία όπου ο δημοσιογράφος εξέρχεται της αίθουσας του δικαστηρίου και απευθύνει στο κοινό, σε μεταγενέστερο χρόνο και εκτός της αίθουσας, για το τι έχει γίνει εντός αυτής από τις σημειώσεις που κράτησε κατά τη διάρκεια της δίκης. Το τι συζητούμε όμως στην παρούσα αφορά κάτι εντελώς διαφορετικό. Η τηλεοπτική μετάδοση αφορά την απευθείας μετάδοση της δίκης (με απευθείας κινηματογραφικά ή εικονοληπτικά πλάνα), χωρίς να χρειάζεται δηλαδή μεσάζοντας για να περάσουν οι πληροφορίες της δίκης στο ευρύτερο κοινό. Οι πληροφορίες για το τι γίνεται στη δίκη μεταδίδονται απευθείας και ζωντανά στον κόσμο.

Γιατί ως Κράτος δεν εφαρμόζουμε τηλεοπτική μετάδοση δίκης σε περίπτωση που η διαφωνία των ως άνω αξιωματούχων οδηγηθεί δικαστικώς;

Στη Κύπρο, η σχετική νομοθεσία είναι το Άρθρο 44 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, όπου αναφέρει ότι η λήψη κινηματογραφικών ή εικονοληπτικών πλάνων στη διεξαγωγή δικαστικής διαδικασίας επιτρέπεται μόνο με οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν καθορίζεται κάποιο ειδικότερο κριτήριο στη νομοθεσία. Με καθοδήγηση ενδεικτικά από την Ελλάδα με το Ν. 3090/2002 καθώς και από άλλα Κράτη, με δικαστική απόφαση η τηλεοπτική κάλυψη δίκης επιτρέπεται εφόσον ικανοποιούνται σωρευτικά δύο απλά κριτήρια:

ΠΡΩΤΟ, να συναινούν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες στη δίκη, και

ΔΕΥΤΕΡΟ, να συντρέχει δημόσιο συμφέρον – μια σημαντική ωφέλεια για το κοινωνικό σύνολο.

Η περίπτωση όπου ζητείται έλεγχος του ΚΕΠ εκ πλευράς Γενικού Ελεγκτή είναι ξεκάθαρη! Χρειάζεται να εμμένουμε στην άμεση τηλεοπτική κάλυψη αυτού του ουσιώδους ζητήματος δημοσίου συμφέροντος. Η ανάγκη αυτή είναι εντονότερη σήμερα όσο ποτέ. Αδυνατούμε να παραγνωρίσουμε τα συντελεσμένα σκάνδαλα που αναδύονται στην επικαιρότητα με το βίντεο του Al-Jazeera, όπου σε αυτά εμπλέκεται ακόμη και ο τέως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων και ο οποίος πρόσφατα κλήθηκε και σε σχετική κατάθεση στις αρμόδιες αρχές. Ο κόσμος χρειάζεται να παρακολουθεί ζωντανά τους ανεξάρτητους αξιωματούχους, και εκτός αλλά και εντός της δικαστικής αίθουσας, διότι τα ζητήματα μιας τέτοιας διαδικασίας εμπίπτουν καθαρά στη σφαίρα του δημοσίου συμφέροντος.

Η ανάγκη αυτή ενισχύεται και υπό τις παρούσες περιστάσεις, ειδικότερα όταν τα μέτρα παρεμπόδισης της εξάπλωσης της πανδημίας καθορίζουν ελάχιστο επιτρεπόμενο αριθμό ατόμων στις δικαστικές αίθουσες, όπου αναπόφευκτα με αυτό τον τρόπο χάριν της διασφάλισης της δημόσιας υγείας περιορίζεται η πρόσβαση μεγάλης μερίδας του κοινού στην ακροαματική διαδικασία.

Ακριβώς υπό αυτά τα δεδομένα εάν υπάρχει ανεπίτρεπτος περιορισμός εξουσιών των Ανεξάρτητων Αξιωματούχων ενός Κράτους, αυτό θεωρείται απαξίωση στην ίδια τη Δημοκρατία. Η συμμετοχή των συνταγματικά καθιερωμένων ανεξάρτητων αξιωματούχων αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ υποχρέωση στην Πολιτειακή κάθαρση αυτού του τόπου. Οι ανεξάρτητοι αξιωματούχοι, ήταν, είναι και θα είναι τα θεσμικά αντίβαρα που χρειάζονται σε μια ευνομούμενη Πολιτεία. Είναι χρησιμότεροι στο τόπο μας σήμερα όσο ποτέ. Η έρευνα επομένως, όχι μόνο από τον Γενικό Εισαγγελέα και την Ερευνητική Επιτροπή, αλλά και από το Γενικό Ελεγκτή, δεν φαίνεται μόνο συνταγματικά επιτρεπτή αλλά και αναγκαία και επιθυμητή, ως ζήτημα ορθότερης διακυβέρνησης ενός Κράτους.

Τα ως άνω ζητήματα εμπίπτουν καθαρά στη σφαίρα του δημοσίου συμφέροντος. Σε περίπτωση, επομένως, που η διαφωνία των αξιωματούχων καταλήξει δικαστικώς θα μπορούσε για πρώτη φορά στην Κύπρο να γίνει ζωντανή μετάδοση της δικής. Το νομοθετικό υπόβαθρο τηλεοπτικής κάλυψης δίκης ήδη υπάρχει. Σε περίπτωση που αυτό ενεργοποιηθεί υποστηρίζουμε ότι θα ενισχύσει την άσκηση περαιτέρω δημοσίου ελέγχου του όλου ζητήματος αλλά προπάντων θα ενισχύσει την περαιτέρω συμμετοχή της κοινωνίας στα πολιτειακά ζητήματα του τόπου.

Καλούμε τον πολίτη να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις αυτές.

Καλούμε τον πολίτη σε άσκηση περαιτέρω δημόσιου ελέγχου του ως άνω ζητήματος.

Τον καλούμε σε υποστήριξη των συνταγματικά καθιερωμένων εξουσιών των θεσμών και ειδικότερα των ανεξάρτητων θεσμών του Κράτους- τα απαραίτητα θεσμικά αντίβαρα μιας ορθότερης διακυβέρνησης.

*Ο Αλέξανδρος Ελευθερίου είναι δικηγόρος και συντονιστής της Θ.Ε. Εσωτερική Διακυβέρνηση και Δικαιοσύνη του “Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος”.

X