Ο πόλεμος κατά του ξεπλύματος χρήματος ως παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης. Η περίπτωση του Γιβραλτάρ

Του Διονύση Δαούση*

Το παρόν άρθρο θα εξετάσει συνοπτικά το ξέπλυμα χρήματος και πώς ένα κράτος μπορεί να πολεμήσει αυτή τη μάστιγα και να επωφεληθεί σε βάθος χρόνου. Θα δούμε το παράδειγμα του Γιβραλτάρ και πώς αυτή η μικρή βραχώδης χερσόνησος οργάνωσε την άμυνα της απέναντι στo οργανωμένο έγκλημα.

Το ξέπλυμα χρήματος είναι η μάστιγα της οικονομικής ζωής εδώ και ένα αιώνα περίπου. H International Compliance Association ορίζει το ξέπλυμα χρήματος σαν “τη διαδικασία με την οποία οι εγκληματίες αποκρύπτουν την προέλευση των κερδών που τους προσφέρουν οι εγκληματικές ενέργειες, κάνοντας τα κέρδη αυτά να φαίνονται πως προέρχονται από νόμιμες δραστηριότητες”. Τις τελευταίες δεκαετίες η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας επίσης προκαλεί πονοκέφαλο στους οικονομικούς οργανισμούς. To Anti-Money Laundering & Counter-Terrorist Financing (AML & CTF) είναι η μέθοδος/διαδικασία και οι κανόνες λειτουργίας με τους οποίους οι οικονομικοί φορείς πολεμούν το έγκλημα, εμποδίζοντας την είσοδο στο οικονομικό σύστημα των κερδών από δραστηριότητες όπως το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων.

Το Γιβραλτάρ βρίσκεται στο δυτικό άκρο της Μεσογείου και ανά τους αιώνες το διεκδίκησαν διάφορες δυνάμεις. Οι Άραβες κατακτητές κατά τον 8ο αιώνα μ.Χ το ονόμασαν Jebel Tarik. Από τις αρχές του 18ου αιώνα είναι Βρετανική κτήση και στη διάρκεια των τριών αιώνων που μεσολάβησαν η Βρετανία και η Ισπανία δεν έπαψαν να «μαλώνουν», σε διπλωματικό επίπεδο, για την κυριότητα του. Ο λόγος είναι απλός: ο βράχος του Γιβραλτάρ γεωγραφικά ανήκει στην Ανδαλουσία. Είναι η γεωγραφική του θέση αυτή που το καθιστά τόσο σημαντικό, δεδομένου ότι η έκταση του είναι μικρή και δε διαθέτει καλλιεργήσιμη γη. Για το εμπόριο όμως και για την άμυνα, αυτό το σημείο έχει μεγάλη αξία. Η διπλωματική ένταση κορυφώθηκε την περίοδο 1969-1982 όταν ο δικτάτορας Φράνκο έκλεισε τα σύνορα. Οι πρώτες δημοκρατικές κυβερνήσεις της Ισπανίας δίστασαν να αλλάξουν το καθεστώς αυτό, και τελικά τα σύνορα άνοιξαν πλήρως μόλις το 1985.

Η πλήρης απομόνωση της περιοχής για πολλά χρόνια, έφερε οικονομικό μαρασμό. Την δεκαετία του ‘90 το Γιβραλτάρ υπέφερε ακόμα και αναζητούνταν λύσεις για ένα νέο οικονομικό μοντέλο. Τη λύση θα έφερνε το διαδίκτυο και οι καινούριες υπηρεσίες που γεννήθηκαν στις πλατφόρμες του. Η δημοφιλία του ηλεκτρονικού στοιχήματος και καζίνο (e-gaming ) έδωσε την ιδέα στους Γιβραλταριανούς να δημιουργήσουν ένα σύστημα αδειοδοτήσεων, που τους επέτρεψε να προσελκύσουν επενδυτές από πολλά μέρη του πλανήτη. Αυτοί δημιουργούσαν εταιρείες ηλεκτρονικού στοιχήματος και το Κράτος τους πρόσφερε άδειες λειτουργίας και ένα σύστημα επιθεώρησης και υποστήριξης των δραστηριοτήτων τους.

Παράλληλα με τη βιομηχανία του ηλεκτρονικού στοιχήματος το Γιβραλτάρ έδωσε βάρος στον τομέα παροχής οικονομικών υπηρεσιών, για να δυναμώσει την οικονομία του. Τράπεζες και εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στο Διαδίκτυο, παρέχοντας οικονομικές υπηρεσίες, επέλεξαν να έχουν παρουσία εδώ. Μεγάλα χρηματικά ποσά κινούνταν εκτός των συνόρων του και πλέον υπήρχε μια σημαντική πρόκληση: πώς θα μπορούσε να μείνει “αμόλυντη” η τοπική οικονομία από το βρόμικο χρήμα; Ποιος μηχανισμός θα διατηρούσε το όνομα του Γιβραλτάρ καθαρό;

Τελικά επιλέχθηκε η δημιουργία φορέων που θα επέβλεπαν την εφαρμογή των τοπικών νόμων για το ηλεκτρονικό στοίχημα και τις οικονομικές υπηρεσίες. Οι δυο φορείς-GGC (Gibraltar Gambling Commission) για το στοίχημα και GFSC (Gibraltar Financial Services Commission) για τις οικονομικές υπηρεσίες- επιβλέπουν τη λειτουργία των σχετικών εταιρειών και έχουν ευθύνη για την αδειοδότησή τους. Οι εταιρείες που δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες, κινδυνεύουν να πληρώσουν πρόστιμο ή και να χάσουν την άδειά τους.

Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά την GFSC και τις προτεραιότητές της. Στην ιστοσελίδα του οργανισμού διαβάζουμε πως έχει τρεις στόχους: την προστασία του καταναλωτή, την προστασία της φήμης του Γιβραλτάρ ως κέντρου ποιοτικών οικονομικών δραστηριοτήτων και την ανάπτυξη καλού επιχειρηματικού πνεύματος. Τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και επενδυτικοί σύμβουλοι συγκαταλέγονται στη λίστα των φορέων που επιβλέπει η GFSC, με έμφαση στη διαχείριση και λειτουργία τους, συν την αναγνώριση των κινδύνων (risk) που κάθε επιχείρηση δημιουργεί για κάθε πελάτη χωριστά και για τη χώρα συνολικά. H GFSC επιβλέπει την εφαρμογή των AML & CTF από τις εταιρείες που έχει αδειοδοτήσει, με στόχο να γίνει από δύσκολο έως ανέφικτό το ξέπλυμα χρήματος στο Γιβραλτάρ.

Η φήμη κάθε χώρας αναφορικά με τις οικονομικές της υπηρεσίες είναι σημαντική, όχι μόνο διότι μικροί και μεγάλοι επενδυτές συμβουλεύουν ο ένας τον άλλο αλλά και γιατί ανεξάρτητοι διεθνείς οργανισμοί αξιολογούν τις επιδόσεις της και δημοσιεύουν τα συμπεράσματά τους. Για παράδειγμα, η Moneyval είναι ένας εποπτικός μηχανισμός στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, εκπρόσωποι του οποίου επισκέπτονται και μελετούν εκ των έσω το οικονομικό σύστημα κάθε Ευρωπαϊκού Κράτους. Το επίκεντρο της προσοχής τους είναι η εφαρμογή των αρχών του AML και CTF. Η θετική αξιολόγηση της Moneyval προφανώς ανοίγει την πόρτα σε σημαντικές επενδύσεις.

Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η καλή εφαρμογή των αρχών του AML και CTF από κάθε επιχείρηση, συμβάλλει στην καλή φήμη της χώρας στην οποία αυτή δραστηριοποιείται. Κάθε επιχείρηση μπορεί να βοηθήσει ώστε η χώρα της να προσελκύσει επενδύσεις και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, με σκοπό το βιοτικό επίπεδο των πολιτών να γίνει καλύτερο. Σε αυτόν τον ταχύτατα κινούμενο κόσμο, μια χώρα μπορεί να προβάλει γρήγορα ένα νέο προφίλ και μέσα σε λίγα χρόνια να αποκτήσει δυναμική οικονομική ζωή. Ένα παράδειγμα μικρής νησιωτικής χώρας που το κατάφερε είναι αυτό της Μάλτας. Η ανάλυση αυτού του παραδείγματος θα είναι μια ωραία αφορμή για να τα ξαναπούμε.

*Ο Διονύσης Δαούσης είναι ICA/Regulatory Compliance και εξωτερικός συνεργάτης του “Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος”.

X