Μικροβιακή Αντοχή

Της Δέσπως
Φάττα-Κάσινου*

Η μικροβιακή αντοχή, είναι η αντοχή που αναπτύσσουν οι μικροοργανισμοί στις αντιμικροβιακές/αντιβιοτικές ουσίες. Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι να είναι λιγότερο ή και καθόλου ευαίσθητοι σε αυτές. Τα ανθεκτικά μικρόβια που δημιουργούνται μέσα από ποικιλία μηχανισμών, δεν καταστρέφονται από τα αντιβιοτικά, αλλά επιβιώνουν και πολλαπλασιάζονται μεταφέροντας την αντοχή σε άλλα μικρόβια, με αποτέλεσμα να επικρατούν και να αναπτύσσονται στις χλωρίδες ανθρώπων και ζώων. Η ανάπτυξη της αντοχής είναι ένα φυσικό βιολογικό φαινόμενο και ανθεκτικά βακτήρια βρίσκονται παντού στο περιβάλλον. Η υπερβολική και ανεξέλεγκτη χρήση αντιμικροβιακών ουσιών όμως ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των ανθεκτικών οργανισμών και συνεπώς επιταχύνει την ανάπτυξη της μικροβιακής αντοχής. Αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη διαχρονική απειλή για τη δημόσια υγεία. Σήμερα συσχετίζεται με 700.000 θανάτους το χρόνο παγκοσμίως.

Σε διεθνές επίπεδο, είναι πλέον αποδεκτό ότι η ισορροπία του φυσιολογικού φαινομένου της μικροβιακής αντοχής διαταράσσεται σε ανησυχητικό βαθμό από την υπέρμετρη και μη ενδεδειγμένη χρήση αντιβιοτικών που παρατηρείται στις μέρες μας. Ως συνέπεια, τα διαθέσιμα αντιβιοτικά καθίστανται με ολοένα και ταχύτερους ρυθμούς μη αποτελεσματικά στη θεραπεία των λοιμώξεων. Ήδη η έρευνα και η ανάπτυξη νέων ομάδων αντιμικροβιακών είναι περιορισμένη λόγω κόστους και βαθμού δυσκολίας, ενδεχομένως περιορισμένης δυνατότητας κερδοφορίας καθώς και λόγω του ότι η προτροπή για περιορισμό της ανεξέλεγκτης χρήσης αντιβιοτικών θεωρείται ως αντικίνητρο. Δυστυχώς η χώρα μας συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων από τις ανεπτυγμένες χώρες σε ποσοστά αντοχής των Gram αρνητικών μικροοργανισμών (π.χ. Pseudomonas aeruginosa, Klebsiella pneumoniae) σε μεγάλο αριθμό αντιβιοτικών, ακόμη και των ευρέως φάσματος, νεότερης γενεάς. Η σημασία του γεγονότος αυτού καθίσταται ακόμα μεγαλύτερη λαμβάνοντας υπόψη ότι για μια τουλάχιστον δεκαετία είναι εξαιρετικά πιθανό να μην κυκλοφορήσουν νέες αντιμικροβιακές ουσίες δραστικές στους μικροοργανισμούς που έχουν αναπτύξει αντοχή. Η διεθνής κινητοποίηση που παρατηρείται σχετικά με το θέμα της μικροβιακής αντοχής για την ανάπτυξη και υλοποίηση δράσεων για τη άμβλυνση του προβλήματος είναι συνέπεια της ευρείας συνειδητοποίησης των διαστάσεων του προβλήματος. Την ανάγκη για μια συντονισμένη προσπάθεια αντιμετώπισης του γενικότερου προβλήματος της ανθεκτικότητας των βακτηρίων στα αντιβιοτικά, υπογραμμίζει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, καθώς χωρίς την άμεση αντιμετώπιση του προβλήματος, ο κόσμος οδεύει προς μια «μετα- αντιβιοτική εποχή».

Το πρόβλημα της μικροβιακής αντοχής αποκτά τεράστιες διαστάσεις λόγω του ότι ανθεκτικοί μικροοργανισμοί (π.χ. Enterococcus, Pseudomonas aeruginosa, Klebsiella pneumoniae, κ.ά.) έχουν εντοπισθεί όχι μόνο σε κλινικά στελέχη μικροοργανισμών αλλά και σε περιβαλλοντικά, γεγονός που έτι περαιτέρω καταδεικνύει την έκταση του προβλήματος. Η εξάπλωση της μικροβιακής αντοχής στο περιβάλλον φαίνεται να συνδέεται ανάμεσα σε άλλα και με τη διοχέτευση των αστικών λυμάτων στο περιβάλλον. Οι σταθμοί επεξεργασίας αστικών λυμάτων, φαίνεται να λειτουργούν ως «θερμοκοιτίδα» (hotspots) ανάπτυξης ανθεκτικών βακτηρίων (Antibiotic-Resistant Bacteria, ARB) ενώ από την άλλη υπάρχει και η δυνατότητα να προωθείται η οριζόντια μεταφορά γονιδίων που φέρουν ανθεκτικότητα (Antibiotic Resistance Genes, ARGs) σε ένα ευρύ φάσμα βακτηρίων τα οποία στη συνέχεια μπορούν να μεταφερθούν σε διάφορους περιβαλλοντικούς αποδέκτες, μέσω της απόρριψης των αστικών λυμάτων.

Η έρευνα που διεξάγεται σε παγκόσμιο επίπεδο καταδεικνύει ότι παρ’ όλη την τεχνολογική πρόοδο και την ανάπτυξη αναλυτικών τεχνικών οι οποίες επιτρέπουν σήμερα την ανίχνευση και ποσοτικοποίηση υπολειμμάτων αντιβιοτικών στο περιβάλλον, οι γνώσεις σχετικά με τις επιπτώσεις τους στα βακτήρια είναι ακόμα ελλιπείς και αντιφατικές, ιδίως όσον αφορά στην ανθεκτικότητα των μικροβίων σε διάφορες κατηγορίες αντιβιοτικών. Από την άλλη, υπάρχουν ήδη επαρκή στοιχεία που αποδεικνύουν την παρουσία γονιδίων που φέρουν ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά μέσα σε φυσικά περιβάλλοντα, και ότι αυτά μπορούν να μεταφερθούν μέσω των μηχανισμών οριζόντιας μεταφοράς, σε άλλα είδη βακτηρίων, σε άλλα είδη μικροοργανισμών καθώς και σε παθογόνα βακτήρια τα οποία έχουν άμεση σχέση με το κλινικό περιβάλλον αλλά και με την κτηνοτροφία. Ως συμπέρασμα, τα παθογόνα βακτήρια τα οποία μολύνουν ανθρώπους και ζώα μοιράζονται ένα κοινό σύνολο γονιδίων ανθεκτικότητας που μπορούν εύκολα να μεταφερθούν, με βακτήρια τα οποία υπάρχουν σε περιβάλλοντα όπως είναι οι μονάδες επεξεργασίας αστικών λυμάτων.

Η Κύπρος συγκαταλέγεται μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με αυξημένη κατανάλωση αντιβιοτικών φαρμάκων και υψηλά ποσοστά μικροβιακής αντοχής. Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από πολλές πλευρές, τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη χάραξη ευρωπαϊκής και εθνικής στρατηγικής και τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το πρόβλημα παραμένει σοβαρό και αφορά τόσο στην κατάχρηση αντιβιοτικών που παρατηρείται όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όσο και στη μη επαρκή επιτήρηση και καταγραφή των λοιμώξεων σε τακτική βάση.

Η συνειδητοποίηση του μεγέθους του προβλήματος της μικροβιακής αντοχής είναι επιτακτική ανάγκη. Η συνεχής επιτήρηση και καταγραφή σε επίπεδο χώρας των περιστατικών θα πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέψει σε πρώτο στάδιο να διαφανεί εάν ασθενείς μολύνονται και σε εξωνοσοκομειακά περιβάλλοντα. Αυτό θα επιτρέψει τη συνολική κατανόηση του προβλήματος, έτσι ώστε να μπορέσουν οι αρμόδιες Αρχές να λάβουν σχετικά μέτρα και δράσεις. Η έναρξη ενός τέτοιου συστήματος καταγραφής που θα επιτρέπει την ανάλυση και επεξεργασία των δεδομένων είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό βήμα όσον αφορά στην πιθανή συσχέτιση μολύνσεων από ανθεκτικούς μικροοργανισμούς που προήλθαν από περιβαλλοντική πηγή αλλά και στον προγραμματισμό ενεργειών για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

*Δέσπω Φάττα-Κάσινου, Δρ. Χημικός Μηχανικός, Αναπληρώτρια Kαθηγήτρια Μηχανικής Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Εμπειρογνώμονας σε θέματα περιβαλλοντικής μικροβιακής αντοχής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και άλλων οργανισμών όπως του WATER JPI, του Global Knowledge Centre for Antimicrobial Resistance Research and Development https://globalamrhub.org, του World Economic Forum (Water and Environmental Resilience Sector), του The Wellcome Trust (Drug Resistant Infections Program) και συντονίστρια του Ευρωπαϊκού ερευνητικού έργου ANSWER (ANtibioticS and mobile resistance elements in WastEwater Reuse applications: risks and innovative solution), http://www.answer-itn.eu, και μέλος του κινήματος «Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος». Επικοινωνία: Ε-mail: blue_macaw@me.com / dfatta@ucy.ac.cy

X