Η έρευνα θυμάται ζωές: Η αρχιτεκτονική κληρονομιά των Βαρωσίων μέσα στην τραγική συγκυρία του σήμερα

Της Παναγιώτας Πύλα*

 Πρόσφατα, το Πανεπιστήμιο Κύπρου ανάρτησε στην ιστοσελίδα του το σλόγκαν, ‘η έρευνα σώζει ζωές’, αναφερόμενο προφανώς στη σημαντική συμβολή του πανεπιστημίου μας στην πρόσφατη κρίση του COVID-19, αλλά και σε άλλες βαρυσήμαντες ανακαλύψεις συναδέλφων, κυρίως στους τομείς της βιολογίας, βιο-τεχνολογίας, ψυχολογίας, μηχανικής, κλπ. Ένιωσα περήφανη κι ευγνώμων για αυτά τα επιτεύγματα, αλλά  ομολογώ πως προβληματίστηκα προς στιγμή, ως ιστορικός του χώρου, της αρχιτεκτονικής, και των κοινωνικοπολιτικών τους προεκτάσεων, εάν δημιουργείται η εντύπωση ότι η έρευνα που ΔΕΝ σώζει ζωές με εμβόλια ή φάρμακα ή τεχνητά μέρη του σώματος ή εξελιγμένα εργαλεία διαγνωστικής, είναι λιγότερο σημαντική.

Σίγουρα αυτό δεν ισχύει. Κλασικό παράδειγμα από την ιστορία της αρχιτεκτονικής και της τέχνης, οι περίφημες σπηλιές του Lascaux με τις τοιχογραφίες τους να δείχνουν ότι ακόμα και σε καιρούς που η στοιχειώδης ανθρώπινη επιβίωση ήταν καθημερινός και έντονος αγώνας, οι άνθρωποι επιζητούσαν την τέχνη και την καλλιέργεια της ψυχής τους έστω και αν συγχρόνως έπρεπε να προστατευθούν από θηρία και τα στοιχεία της φύσης. Άλλο, επίκαιρο παράδειγμα, είναι η σχέση χώρου και πανδημίας. Η παρούσα πανδημία, δεν ανέδειξε απλώς την αξία του δημόσιου χώρου αλλά μας υπενθύμισε ότι οι κοινωνικές σχέσεις και η αντίληψη του χωρο-χρόνου αλλάζουν δραματικά μόλις ο χώρος υποβληθεί σε μεταβολές ή επιτήρηση (από αστυνομία, γείτονες κλπ.). Οι πανδημίες στην ιστορία αποτελούσαν σημεία καμπής εισάγοντας νέες τεχνικές διαχείρισης του χώρου και διαμόρφωσης ταυτοτήτων. Συνεπώς, η έρευνα σε τέτοια θέματα είναι τεράστιας σημασίας.

Με τα πρόσφατα γεγονότα της Αμμοχώστου, και την οδυνηρή εισβολή εκ νέου στα Βαρώσια, άρχισα όμως να συνειδητοποιώ και κάτι παραπάνω: η μνήμη του χώρου και η έρευνα στην αρχιτεκτονική και την ιστορία της, δεν κάνουν τίποτα λιγότερο από το να θυμάται και να σώζει, και αυτή, ζωές! Είμαστε αντιμέτωποι με μια θλιβερή ιστορική στιγμή, ένα σημείο καμπής που μάλλον δεν έχει γυρισμό. Οι νοσταλγικοί αναστεναγμοί των Αμμοχωστιανών, που είτε βρήκαν το κουράγιο να τρέξουν να προλάβουν να δουν (‘για τελευταία φορά’ όπως είπαν μερικοί) την οδό Δημοκρατίας και Κέννεντυ, είτε κάθισαν στις οθόνες της τηλεόρασης και του YouTube με κομμένη την ανάσα, για να παρακολουθήσουν τα οδοιπορικά προσκυνήματα των συμπολιτών τους, έχουν κάτι να πουν στην επιστημονική κοινότητα – κάτι που δεν μπορεί να παραβλέπεται ως προσωπική νοσταλγία μερικών, κάπως ηλικιωμένων ανθρώπων, και απαιτεί κάτι παραπάνω από ένα (επιστημονικό) χαμόγελο συγκατάβασης:  

Υπάρχει μια ιστορία που κινδυνεύει να σβήσει σε λίγους μήνες. Θα μιλήσω, όμως, μόνο για αυτά που γνωρίζω επιστημονικά: εκεί στην περιοχή που ήδη έχουν μαζευτεί γερανοί και μπουλντόζες, υπάρχουν αντιπροσωπευτικά κτήρια της κυπριακής εμπειρίας στη νεωτερικότητα, μιας εμπειρίας αναμεμιγμένης με όνειρα οικοδόμησης ενός νεοσύστατου κράτους, αλλά και με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του δικοινοτικού διχασμού, κρίσεων ταυτότητας, αλλά και κοινωνικών και περιβαλλοντικών ανταγωνισμών της εποχής του 1960. Αυτή η εμπειρία, αν και πολύ διαφορετική από τη σημερινή, ήταν ταυτόχρονα και… πολύ παρόμοια! Το τουριστικό μέτωπο της Αμμοχώστου, του οποίου το μεγαλύτερο μέρος του αναπτύχθηκε σε μόλις μια δεκαετία (1965-74), έχει πολλά, μα πάρα πολλά, να μας διδάξει για τα καλά αλλά και τα κακά των αναπτυξιακών μοντέλων που εδράζονται σε ιδιωτική πρωτοβουλία, υποστηρίζονται με οικονομικά κίνητρα από το κράτος, και έχουν περιορισμένες (αλλά και ασυνεπείς, όπως δείχνει η ιστορία) φροντίδες για τις ποιότητες του δημοσίου χώρου, την πρόσβαση στην παραλία, τις κοινωνικές ανισότητες, κλπ. Μια σύγκριση και μόνο ανάμεσα στο μέτωπο της Αμμοχώστου όπως από τη μια το είχαν οραματιστεί Αμερικάνοι και Γάλλοι ειδήμονες που κλήθηκαν, από τη νηπιακή τότε, Κυπριακή Δημοκρατία να ‘συμβουλεύσουν’ το νεοσύστατο κράτος και όπως, από την άλλη, μετασχηματίστηκε ραγδαία στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, έχει να μας διδάξει πολλά για τον ρόλο των ειδικών και τις συνέργειες τους με πολιτικο-κοινωνικές τακτικές και αναπτυξιακά μοντέλα.

Ιδιαίτερα αυτές τις μέρες, που τα σκάνδαλα τουριστικών αναπτύξεων είναι διαρκώς στις οθόνες μας (τόσο πολύ, που έχουν βάλει την τραγική πραγματικότητα της Αμμοχώστου σε δεύτερη μοίρα) αναρωτιέμαι μήπως και μια σύγκριση ανάμεσα στα κοινωνικο-χωρικά δεδομένα του μετώπου της Αμμοχώστου του 1974 και της Λεμεσού του 2020, θα έχει επίσης πολλά να μας πει για τον ρόλο της αστικότητας στη δημόσια σφαίρα, τη δημοκρατία στο δημόσιο χώρο, την κατάχρηση πόρων, και πολλά άλλα.

Πριν μιλήσουμε όμως για μελλοντικές έρευνες που μπορούν να γίνουν, ας μιλήσουμε για το παρόν. Στo Βαρώσι υπάρχει ένας πολιτισμός, μια ιστορία χώρου, κτηρίων και τοπίων, που μπορεί σε λίγο να γίνουν μπάζα ή ακόμη χειρότερα, τα κτήρια μπορεί να ‘ανακαινιστούν’ με ανιστόρητες αποκαταστάσεις, επικαλούμενα χλιδάτες θεματοποιήσεις αμφιβόλου αισθητικής, στο όνομα της προσέλκυσης σημερινών τουριστών και της επικρατούσας νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης. Δεν έχουμε αρχιτέκτονες, ιστορικούς και ερευνητές για να πούνε κάτι για αυτό; Αν σε θέματα, αρχιτεκτονικής κληρονομιάς για παράδειγμα, ‘διυλίζουμε τον κώνωπα’ (για τους κυνικούς) για την αυθεντικότητα του υλικού ή των σχεδιαστικών προθέσεων, τότε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε για το Βαρώσι και τη δική του βαριά μοντέρνα αρχιτεκτονική κληρονομιά;

Bέβαια, οποιαδήποτε επιστημονική, και παραδέχομαι ίσως λίγο ψυχρή, ιστορική οπτική σχετικά με το φυσικό χώρο της Αμμοχώστου, όπως περιγράφεται πιο πάνω, δεν έχει κατ’ ανάγκη μεγαλύτερη σημασία από τις μνήμες των Αμμοχωστιανών, τον πόνο των προσφύγων ή (ας το πω κι αυτό) τα χαμένα όνειρα των γονιών μας. Ωστόσο, συντελείται μπροστά μας ένα τραγικό γεγονός που αλλάζει την ιστορία και τις προοπτικές μας σε αυτόν τον τόπο. Σε αυτό το σταυροδρόμι των καιρών (με Τατάρ, Ερντογάν, ‘this is Cyprus’, COVID-19, Trump, και ποιος ξέρει τι άλλο) φαίνεται ότι και η έρευνα στην αρχιτεκτονική ιστορία και κληρονομιά της Αμμοχώστου μπορεί κι αυτή, να σώσει τις ζωές μας.

*H Παναγιώτα Πύλα είναι αν. καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, συντονίστρια του εργαστηρίου Mesarch Lab: https://www.mesarch.ucy.ac.cy/ και μέλος του «Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος».

X