«Γιατί δεν έχουμε πανεπιστημιακό νοσοκομείο»

Του Κωνσταντίνου Χριστοφίδη*

Η κρίση του κορωνοϊού έχει να μας διδάξει πολλά. Θα εστιάσω εδώ σε ένα μόνο, κεφαλαιώδους σημασίας, θέμα για τη χώρα μας – την τεράστια σημασία των πανεπιστημιακών νοσοκομείων για τη δημόσια υγεία. Η απουσία πανεπιστημιακού νοσοκομείου, κατά τη διάρκεια αυτής της πανδημίας, κατέδειξε, μεταξύ άλλων, τη φτώχεια της δημόσιας υγείας στη χώρα μας.  Παρά τον μεγάλο αγώνα που δίνουν καθημερινά ιατροί και νοσηλευτές στη μάχη κατά της πανδημίας, αντιλαμβανόμαστε δυστυχώς τη μεγάλη γύμνια μας στον ιατρικό τομέα, ιδιαίτερα σε θέματα υποδομών, ειδικοτήτων, ιατρικού υλικού, εξοπλισμού κ.λπ.

Νοσοκομεία με ανεπαρκείς διοικήσεις, ελλείψεις σε ειδικότητες και σε εξοπλισμό, μη τήρηση πρωτοκόλλων είναι ορισμένα από τα παραδείγματα. Ξένοι επισκέπτες να περιφέρονται σε θαλάμους εντατικής των νοσοκομείων, χωρίς την τήρηση κανενός πρωτοκόλλου, ακόμη και στις παραμονές της έξαρσης της πανδημίας. Αποθήκες υγειονομικού υλικού, που θα έπρεπε να ήταν γεμάτες ή να είχαν γεμίσει με το πρώτο άκουσμα της κρίσης στην Κίνα, ήταν σχεδόν άδειες – κι έτσι φτάσαμε να δίνουμε στο παρά πέντε τη μάχη της μάσκας, με δυσμενέστερους, βέβαια, οικονομικούς όρους. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε μια χώρα υπό κατοχή και για τέτοιες έκτακτες ανάγκες θα έπρεπε να είχαμε προνοήσει! 

Παρακολουθούμε τους ειδικούς από ξένα κανάλια και τον διαδικτυακό τύπο και απορούμε πώς δεν καταφέραμε να στήσουμε αντίστοιχες ομάδες ειδικών για τέτοια σημαντικά θέματα υγείας στο νησί μας. Δεν υποτιμώ, βέβαια, αρκετούς επαγγελματίες που έκαναν και κάνουν τα ανθρωπίνως δυνατά. Τα τεράστια κενά μας θέλω να επισημάνω.

Κι ενώ οι πανεπιστημιακοί εμπειρογνώμονες έχουν γίνει τα πρόσωπα της ημέρας, από τα χείλη των οποίων κρέμεται τόσο η πολιτική ηγεσία όσο και οι πολίτες, αναρωτηθήκατε άραγε γιατί δεν υπάρχει πανεπιστημιακό νοσοκομείο στην Κύπρο; Γιατί δεν μετατράπηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας σε πανεπιστημιακό, μετά τη ίδρυση της Ιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου το 2013; Θυμίζω ότι η Ιατρική Σχολή μπορεί να είναι μεν καινούργια, ωστόσο έγινε πρόσφατα η πρώτη ιατρική σχολή του τόπου μας η οποία πιστοποιήθηκε από τον κρατικό φορέα πιστοποίησης, σε συνεργασία με τον πιο αξιόπιστο φορέα πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών ιατρικών σχολών παγκοσμίως (World Federation for Medical Education). Έχουμε ένα διαμάντι δίπλα μας.

Πώς το αξιοποιούμε άραγε; 

Αναπόφευκτα, επιστρέφουν στο μυαλό μου οι μεγάλες συζητήσεις εντός και εκτός Βουλής αναφορικά με τις πανεπιστημιακές κλινικές. Η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου πέρασε από χίλια μύρια κύματα. Υπήρξαν πολλοί πολέμιοι της. Ακούσαμε φαιδρή πρόταση από βουλευτή για να κλείσει η Σχολή και να σταλούν οι πρωτοετείς φοιτητές στην Ελλάδα για να τελειώσουν τις σπουδές τους!

Όταν ο πρώτος Κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής μιλούσε για την αναγκαιότητα δημιουργίας πανεπιστημιακών κλινικών και εξηγούσε στους βουλευτές ότι η χώρα έπρεπε να αποκτήσει μια πολύ καλή ομάδα λοιμωξιολογίας και επιδημιολογίας, η επίθεση που δέχθηκε από συγκεκριμένο τότε βουλευτή ήταν δριμύτατη. Οι άλλοι βουλευτές της Επιτροπής Παιδείας απλά σιωπούσαν και τον ανέχονταν. Το πρόβλημα, βέβαια, δεν ήταν οι γνωστές χυδαιότητες τού εν λόγω τότε βουλευτή αλλά ότι το σύνολο της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής στο τέλος υιοθετούσε τις θέσεις του! Έχω πολλά να γράψω για εκείνες τις συζητήσεις στη Βουλή, δεν είναι όμως της ώρας. 

Κάποιοι κατηγορούσαν το Πανεπιστήμιο Κύπρου ότι ήθελε να καταλάβει τα κρατικά νοσηλευτήρια. Ανοησίες. Τα κρατικά νοσοκομεία δεν ανήκουν σε κανένα – ανήκουν σε ολόκληρη την κοινωνία, η οποία τα διαχειρίζεται μέσω της εκάστοτε εκλεγμένης κυβέρνησης. Αυτό που ζητούσε το Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι η συνεργασία με τα κρατικά νοσηλευτήρια για αμοιβαίο όφελος όλων των εμπλεκομένων – των φοιτητών, της επιστημονικής έρευνας αλλά κυρίως των ασθενών.

 Διάφοροι πολιτικοί διέδιδαν τότε, σε μια προσπάθεια ακύρωσης της δημιουργίας της Ιατρική Σχολής, ότι οι προϋπολογισμοί ίδρυσης και λειτουργίας της σχολής, θα ξεπερνούσαν τα 100 εκατομμύρια ετησίως. Εφτά χρόνια μετά, ο συνολικός προϋπολογισμός για όλη αυτή την περίοδο δεν ξεπέρασε αυτό το ποσό. Και κάπως έτσι, με αντιδράσεις, υπονόμευση και κωλυσιεργίες, φτάσαμε, εφτά χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας της δημόσιας Ιατρικής Σχολής, η Κύπρος να παραμένει η μόνη χώρα της Ευρώπης χωρίς κρατικό πανεπιστημιακό νοσοκομείο! Πρόκειται για σπουδαίο επίτευγμα! 

Πολέμησαν τη δημιουργία πανεπιστημιακών κλινικών

Εντυπωσιακός ήταν και ο τρόπος με τον οποίο η συντεχνία των κρατικών γιατρών ΠΑΣΥΚΙ πολέμησε τη δημιουργία των πανεπιστημιακών κλινικών. Γιατροί προερχόμενοι από σχολές του εξωτερικού αμφίβολης ποιότητας, βρέθηκαν σε υψηλά πόστα στα κρατικά νοσοκομεία και εμπόδισαν μια τόσο σημαντική εξέλιξη στον τόπο μας. Οι μέτριοι ήθελαν να προστατέψουν τη βολή τους και τα συμφέροντά τους. Πώς θα μπορούσαν να ανεχτούν συγκρίσεις με τους καλύτερους; Απλά θα αποκαλυπτόταν η μετριότητά τους.  

Οι περισσότεροι καθηγητές που ήρθαν στην Ιατρική Σχολή του ΠΚ είχαν μακρόχρονη εμπειρία διοίκησης μεγάλων πανεπιστημιακών κλινικών σε ανεπτυγμένες χώρες. Οι συντεχνίες τους απεχθάνονταν. Το κράτος δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να τους αξιοποιήσει προς όφελος των ασθενών. Η απάντηση ήταν μονότονη: Οι συντεχνίες αντιδρούν! Το πολιτικό κόστος ήταν και είναι πάντοτε η κύρια έγνοια των πολιτικάντηδων.

Είναι μακρύς ο κατάλογος των εξαιρετικών καθηγητών της Ιατρικής Σχολής που έδιωξαν με τις γνωστές τακτικές τους οργανωμένοι συνδικαλιστές, με το πολιτικό σύστημα να ανέχεται τα καμώματά τους. Θα αναφέρω ενδεικτικά λίγα μόνο παραδείγματα: ένα λοιμωξιολόγο κλινικό καθηγητή πρώτης γραμμής που σήμερα θα ήταν σημαντικό να τον είχαμε στις εντατικές του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας:

  • έναν κορυφαίο καρδιολόγο με τις περισσότερες αναφορές στο έργο του σε ολόκληρο τον κόσμο (πάλευε χωρίς επιτυχία εφτά μήνες για να λειτουργήσει ένα εξωτερικό ιατρείο της εξειδίκευσής του).
  • ένα νευροχειρουργό που επιστρέφει στην Κύπρο συχνά και χειρουργεί σε ιδιωτική κλινική ενώ θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του μέσω του κρατικού νοσοκομείου για όλους τους ανθρώπους της χώρας μας.
  • έναν επεμβατικό ακτινολόγο που εργάζεται και διευθύνει τμήματα στα καλύτερα νοσοκομεία του Λονδίνου.
  • ένα διαπρεπή γαστρεντερολόγο που επέστρεψε στη Στοκχόλμη. 

Απήλθαν εξαιρετικοί καθηγητές γιατί επικρατεί η μετριότητα

Είναι μακρύς επίσης ο κατάλογος εξαιρετικών, σε διεθνές επίπεδο, καθηγητών της Ιατρικής Σχολής, οι οποίοι, όταν αντιλήφθηκαν ότι στην Κύπρο δεν θα μπορούσαν να εργασθούν αξιοπρεπώς σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο, σηκώθηκαν και έφυγαν. Η απώλεια για τη δημόσια υγεία στην Κύπρο είναι μεγάλη. Αλλά ποιος πολιτικός νοιάστηκε; 

Όπως εκτεταμένα συνέβη στον δημόσιο τομέα της χώρας κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, στελεχώσαμε τα νοσοκομεία μας όχι πάντα με κριτήριο τους καλύτερους γιατρούς αλλά και στη βάση των πολιτικών συμβιβασμών, των πελατειακών σχέσεων και των κομματικών συναλλαγών. Και φυσικά, σήμερα, αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή πανδημία, αυτή τη στελέχωση τη βρίσκουμε μπροστά μας. Η ανεπάρκεια δεν παράγεται τυχαία! 

Γιατροί εγκαταλείπουν τα κρατικά νοσοκομεία και πολλοί προβάλλουν το επιχείρημα ότι αυτό γίνεται για λόγους οικονομικούς. Δεν είναι αυτή όλη η αλήθεια! Γίνεται, επίσης, επειδή νέοι γιατροί, εκπαιδευμένοι στα καλύτερα νοσοκομεία του κόσμου, δεν μπορούν να ανεχθούν τη διοίκηση και την επιβολή των μετρίων, όπως πολύ σωστά είπε τις προάλλες ο διευθυντής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Δεν μπορούν να ανεχθούν να λειτουργούν χωρίς πρωτόκολλα, με λανθασμένες τακτικές και κυρίως να διοικούνται από ανεπαρκείς διευθύνσεις.

Συμπόρευση όλων για την Ιατρική Σχολή

Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να είναι πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης αλλά χώρος εθνικής συνεννόησης. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει όλες οι πολιτικές δυνάμεις να συμπορευθούν με την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου για την ανάπτυξη της δημόσιας υγείας. Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό, υπάρχουν χώρες με επιτυχή παραδείγματα, ας τις αντιγράψουμε. 

Όπως συμβαίνει σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, για να λειτουργεί καλά μια δημόσια ιατρική σχολή, θα πρέπει να συνεργάζεται με πανεπιστημιακό νοσοκομείο. Ο ΠΟΥ τονίζει ότι θεμελιώδης αποστολή των ιατρικών σχολών, πέραν της εκπαίδευσης και της έρευνας, είναι και η βελτίωση/στήριξη τού συστήματος υγείας μιας χώρας. Δυστυχώς, στην Κύπρο, δεν υπάρχει καν το νομοθετικό πλαίσιο για τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία. Οι αντιδράσεις συντεχνιών και ιδιωτικών συμφερόντων έχουν αποτρέψει μέχρι στιγμής την εγκαθίδρυσή τους. Η κρίση του κορωνοϊού μας θύμισε, με οδυνηρό τρόπο, το τεράστιο αυτό κενό στη δημόσια υγεία. 

Η υγεία ως δημόσιο αγαθό είναι ένα σημαντικό στοιχείο της ποιότητας ζωής σε μια χώρα. Πώς αναμένουμε να βελτιώσουμε το επίπεδο της δημόσια υγείας όταν απαγορεύουμε την είσοδο των ακαδημαϊκών γιατρών στα δημόσια νοσηλευτήρια; Πώς θέλουμε ποιοτικό τουρισμό αν δεν έχουμε προσιτά νοσοκομεία υψηλού επιπέδου; Πώς θέλουμε ιατρικό τουρισμό αν δεν έχουμε πανεπιστημιακά νοσοκομεία;

Σε ώρες ιατρικής και υγειονομικής κρίσης, ένα πανεπιστημιακό νοσοκομείο είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να έχει μια χώρα. Ένα υψηλών προδιαγραφών πανεπιστημιακό νοσοκομείο επωφελείται τα μέγιστα από τους ακαδημαϊκούς που εργάζονται σ’ αυτό. Διακατέχεται από ατμόσφαιρα μάθησης, κουλτούρα επιστημονικής αναζήτησης, και όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία, προσελκύει τους καλύτερους γιατρούς της περιοχής. Και βέβαια, αυτοί οι γιατροί βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία με τους καλύτερους συναδέλφους τους ανά τον κόσμο, οι οποίοι μπορούν να συνδράμουν, με τις γνώσεις τους, σε συνθήκες κρίσης. Σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία είναι ο πυρήνας των σύγχρονων ιατρικών σχολών και αποτελούν ένα σημαντικό πυλώνα της δημόσιας υγείας.

 Σήμερα που η λέξη υγεία ήρθε και πάλι στην πρώτη γραμμή, σήμερα που η κοινωνία αντιλαμβάνεται τι σημαίνει σύγχρονο δημόσιο σύστημα υγείας, σήμερα που ακόμη και κόμματα μοιράζουν μάσκες και υγειονομικό υλικό, είναι η ώρα της μεγάλης υπέρβασης. Εάν πράγματι τα κόμματα εννοούν πόσο πολύ νοιάζονται για τους πολίτες, είναι η ώρα να καταθέσουν στη Βουλή και να ψηφίσουν τα νομοσχέδια για τις πανεπιστημιακές κλινικές και πολύ περισσότερο, να μετατρέψουν το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο.

Στις δύσκολες ώρες, οι πολιτικάντηδες των μπαλκονιών παραμερίζονται και βγαίνει μπροστά η γνώση και η επιστημονική τεκμηρίωση. Μόνο πάνω στη γνώση μπορεί η σύγχρονη πολιτική να κτίσει τη δική της ρητορική και να αποκαταστήσει τη χαμένη της αξιοπιστία. 

Αν κύριοι βουλευτές, κύριοι υπουργοί, κύριε Πρόεδρε, νοιάζεστε τόσο πολύ λοιπόν για την υγεία αυτού του λαού, ξέρετε πολύ καλά τι πρέπει να κάνετε.
 

*Κωνσταντίνος Χριστοφίδης
Καθηγητής της Φυσικής, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Γενικός Συντονιστής του «Νέου Κύματος – Η Άλλη Κύπρος».

X