Νέο Κύμα

Δημαγωγία, πελατειασμός και ακαδημαϊκή αριστεία

Του Κωνσταντίνου Χριστοφίδη*

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Φιλελεύθερος».

Παρακολουθώντας τον διάλογο που διεξάγεται αυτές τις μέρες στην Ελλάδα γύρω από το βαθμολογικό όριο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, θυμήθηκα τα αντίστοιχα δικά μας και τις ατέλειωτες συζητήσεις για το ίδιο θέμα στη Βουλή. 

Το 2014 αποφασίσαμε, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, να βάλουμε όριο στη δεύτερη κατανομή για την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο (δυστυχώς αργότερα αυτή η πρόνοια καταργήθηκε). Είχαμε διαπιστώσει ότι με το υφιστάμενο σύστημα, όταν παιδιά παραιτούνταν από τη θέση τους μετά την πρώτη κατανομή και άδειαζαν θέσεις, με τη δεύτερη κατανομή, εισέρχονταν παιδιά με βαθμούς που προσέγγιζαν το μηδέν στα είκοσι. Δηλαδή μια λευκή κόλλα, σε κάποια τμήματα, ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει κανείς θέση! Ορίσαμε ως κατώτατο όριο, ως ελάχιστη βάση εισαγωγής, το 10/20. Το δέκα ήταν μετά την αναγωγή των βαθμών, δηλαδή στην πραγματικότητα αυτό το δέκα ήταν πολύ χαμηλότερο του πέντε. Εάν κάποιος δώσει λευκή κόλλα, αυτό μετά την αναγωγή ισοδυναμεί περίπου με 8!

Μετά την απόφαση αυτή, με κάλεσαν ως Πρύτανη στη Βουλή, άρον-άρον. Πολλοί βουλευτές ήταν θυμωμένοι – ακόμη και βουλευτές που, κάποια στιγμή είχαν ακολουθήσει ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Διατύπωναν με αγένεια τα ερωτήματα τους και εκσφενδόνιζαν με έπαρση τις απειλές τους. «Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να βάλετε όριο εισδοχής;» φώναζε ο ένας. «Ο προϋπολογισμός σας είναι κρατικός, θα κάνετε αυτό που λέμε εμείς» πρόσθετε ο άλλος. Οι φωνές από όλες τις κατευθύνσεις… υπερκομματικές! 

Όταν τους λέγαμε ότι ο κάθε φοιτητής στοιχίζει περίπου 13.000 ευρώ ετησίως, γι’ αυτούς ήταν ψιλά γράμματα! Προτιμούσαν να μην το ξέρουν. Επέλεγαν τη δημαγωγία από την υπευθυνότητα. Ήθελαν, βλέπετε, να «πουλήσουν» στην εκλογική τους πελατεία τη δήθεν φιλο-λαϊκή τους στάση. 

Εάν υποθέσουμε ότι περίπου 100 φοιτητές έμπαιναν στο παρελθόν με αυτή τη χαμηλή βαθμολογία, η επιβάρυνση του προϋπολογισμού άγγιζε περίπου τα 1,3 εκατομμύρια ευρώ. Εμείς μιλούσαμε ορθολογικά και εξηγούσαμε με στοιχεία ότι αυτοί που στο παρελθόν είχαν εισαχθεί στο πανεπιστήμιο με βαθμολογία κάτω του δέκα, εγκατέλειπαν τις σπουδές τους στο τέλος του πρώτου ή του δευτέρου εξαμήνου, κάτι το οποίο ήταν σπατάλη δημόσιων πόρων. Οι εθνικοί εκπρόσωποί μας δεν ήθελαν ν’ ακούσουν για τέτοια πληκτικά πράγματα – οι βουλευτές στοχάζονται τα υψιπετή, με τις λεπτομέρειες ασχολούνται οι λογιστές. Γι’ αυτούς το πιο σημαντικό ήταν ν’ ακούσουν οι ψηφοφόροι, δηλαδή οι «πελάτες», ότι προσπαθούν να βάλουν τα παιδιά τους στο Πανεπιστήμιο, έστω και με λευκή κόλλα. Η συζήτηση αναζωπυρωνόταν και ο υπερθεματισμός εντείνονταν κάθε φορά που έμπαιναν οι τηλεοπτικές κάμερες στην αίθουσα της κοινοβουλευτικής επιτροπής. Όταν οι κάμερες έφευγαν γινόντουσαν άλλοι άνθρωποι!

Ξέρω ότι αυτά που γράφω ίσως ακούγονται απίστευτα και παράλογα, αλλά είναι η πικρή πραγματικότητα. Με απογοητεύει ακόμη περισσότερο όταν διαβάζω τον τέως Έλληνα Πρωθυπουργό να γράφει στον προσωπικό του λογαριασμό στο τουίτερ: «Δεσμεύομαι ότι εάν στο επόμενο διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει στην κυβέρνηση, όχι μόνο θα καταργηθεί η ελάχιστη βάση εισαγωγής (ΕΒΕ) αλλά και όσοι μαθητές κόπηκαν αδίκως, θα έχουν τη δυνατότητα να καταθέσουν μηχανογραφικά διατηρώντας τους φετινούς βαθμούς και να περάσουν καθ’ υπέρβαση στις σχολές που αξίζουν». Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα λαϊκισμού με «αριστερό» μανδύα! 

Ας δούμε όμως τη βαθμολογία του τελευταίου φοιτητή που μπήκε φέτος με τη διαδικασία των παγκύπριων εξετάσεων Ιουνίου 2021 στο τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ο φοιτητής αυτός είχε βαθμολογία 8 μετά την αναγωγή. Ποια είναι όμως η πραγματική του βαθμολογία. Αναλυτικά: Νέα Ελληνικά 7.75/20, Ιστορία 3.05/20, Λατινικά 0.4/20 και Αρχαία Ελληνικά 0.325/20. Δηλαδή το πολιτικό σύστημα της πατρίδας μας αποδέχεται να διδάσκονται τα παιδιά του στο μέλλον λατινικά από φιλόλογους που μπήκαν στο πανεπιστήμιο με 0.4/20 στα λατινικά!

Και όλα αυτά, βέβαια, όταν οι στατιστικές δείχνουν ότι Ελλάδα και Κύπρος έχουν τους περισσότερους φοιτητές που εγγράφονται κάθε χρόνο στα πανεπιστήμια, αλλά και τους λιγότερους στην Ευρώπη (η Ελλάδα κυρίως) που αποφοιτούν. Και βέβαια σε κανένα «φιλολαϊκό» πολιτικό δεν περνά από το μυαλό η σκέψη ότι οι φοιτητές αυτοί ενδεχομένως να μην αποφοιτούν γιατί, για πολλούς και διαφόρους λόγους, δεν μπορούν να αναπτύξουν όλοι τη δυνατότητα, διάθεση ή κλίση να αποκτήσουν ακαδημαϊκή γνώση φοιτώντας σε ένα πανεπιστήμιο. 

Γνωρίζουμε λ.χ. ότι κάποια παιδιά εξαναγκάζονται από γονείς και τον κοινωνικό περίγυρο να μπουν σε μια πανεπιστημιακή σχολή, με αυξημένο τον κίνδυνο να αποτύχουν, να χάσουν την αυτοπεποίθηση τους και να σπαταλήσουν πολύτιμα νεανικά χρόνια, στη διάρκεια των οποίων θα μπορούσαν να διαπρέψουν σε κάτι άλλο, να γίνουν χρήσιμοι, να κάνουν κάτι που πραγματικά αγαπούν. Αρκετοί γονείς προσπαθούν να πείσουν τα παιδιά τους ότι ένα πτυχίο, όπου και να ‘ναι, όση βαθμολογία κι αν έχει, είναι σημαντικό, γιατί ελπίζουν ότι, μερικά χρόνια αργότερα, κάποιοι βουλευτές ή κομματικοί παράγοντες θα σηκώσουν ένα τηλέφωνο και θα σπρώξουν τους «πελάτες» τους για μια θέση, έστω κι αν πολλοί άλλοι θα έχουν καλύτερα μεν πτυχία και προσόντα, άλλα όχι την υποστήριξη βουλευτών-πατρώνων. 

Αυτός είναι ένας από τους μηχανισμούς διαιώνισης της αναξιοκρατίας: ανύπαρκτα ακαδημαϊκά κριτήρια, εύκολη εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, εύκολη φοίτηση, απόκτηση χαμηλής αξίας πτυχίου, χρήση του πτυχίου ως διαβατήριο στην αγορά εργασίας, με τη μεσολάβηση των πολιτικών. Γνωρίζουμε το αποτέλεσμα της τακτικής αυτής: οικονομία χαμηλής προστιθέμενης αξίας, απαρχαιωμένες δεξιότητες, μικρή καινοτομία, μειωμένης ποιότητας δημόσια υπηρεσία, κοκ. Αν θέλουμε να τα διορθώσουμε αυτά, πρέπει να επιμένουμε τόσο στην ακαδημαϊκή αριστεία όσο και σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης.   

Κομματικές παρεμβάσεις και πελατειακές σχέσεις

ΥΓ. Παρασκευή απόγευμα έμεινα άφωνος όταν διάβασα την ανάρτηση της βουλευτού κ. Ειρήνης Χαραλαμπίδου. Έγραφε «Για την ώρα προσπαθώ να βρω κρεβάτια για όσους νοσούν γιατί τα νοσοκομεία ξεχείλισαν, απαντώ τηλέφωνα από χτες». Στην αρχή σκέφτηκα ότι κάποιος «τρολάρει». Το έψαξα. Κατάλαβα ότι η ανάρτηση ήταν πραγματικά δική της. Από πότε οι βουλευτές τηλεφωνούν στα νοσοκομεία για να κρατάνε κρεβάτια; Δηλαδή οι υπόλοιποι πολίτες που δεν προσφεύγουν σε βουλευτές να τηλεφωνήσουν εκ μέρους τους θα μείνουν χωρίς κρεβάτι; Αυτό είναι μια καθαρή ομολογία πελατειακής σχέσης. Θα ήθελα να ξέρω τη θέση του υπουργού Υγείας, κατά πόσο υπάρχουν ή όχι τηλεφωνήματα, κατά πόσο αλλάζει η σειρά εισαγωγής στα νοσοκομεία, ανάλογα με τις έξωθεν παρεμβάσεις, κατά πόσο γιατροί δέχονται πιέσεις. Οφείλει να μας ενημερώσει κατά πόσο στελέχη των ιατρικών συντεχνιών ικανοποιούν ή όχι κομματικές προτιμήσεις. Θέλουμε να ξέρουμε, γιατί, στο τέλος της ημέρας, έχει να κάνει με ανθρώπινες ζωές και το πόσο «μετρά» η κάθε μια από αυτές.

*Ο Κωνσταντίνος Χριστοφίδης είναι καθηγητής, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου και Γενικός Συντονιστής του «Νέο Κύμα – Η Άλλη Κύπρος»

X